Σκληρή κριτική στα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και το μπλόκο του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ εμποδίζοντας την μετακίνηση των πετρελαιοφόρων, άσκησε ο Αλέξης Τσίπρας σε ανάρτησή του, το πρωί της Πέμπτης (12.03.2026).
Ο πρώην πρωθυπουργός έκανε λόγο για ημίμετρα καθώς το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους μπορεί να μπήκε στα βενζινάδικα, αλλά δεν επιβλήθηκε στα διυλιστήρια που μπορούν να αλλάξουν τις τιμές των καυσίμων. Ο Αλέξης Τσίπρας ανέφερε μάλιστα πως τα έσοδα του δημοσίου από τον υψηλό ΦΠΑ στα καύσιμα θα δοθούν μέσω επιδοτήσεων στους παραγωγούς ενέργειας και όχι στους καταναλωτές που δυσκολεύονταν και πριν από τον πόλεμο να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους.
«Μπροστά σε ένα νέο κύμα ακρίβειας στην ενέργεια, αυτή τη φορά με αιτία και αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν, η κυβέρνηση εξήγγειλε για άλλη μια φορά ημίμετρα, θεσπίζοντας πλαφόν στα περιθώρια κέρδους στα πρατήρια καυσίμων όχι όμως στα διυλιστήρια που θα μπορούν να ορίζουν τη τιμή εκκίνησης στην όλη αλυσίδα κατά βούληση», έγραψε αρχικά ο Αλέξης Τσίπρας, με αφορμή την παρουσίαση ενός ολοκληρωμένου κειμένου προτάσεων δημόσιας πολιτικής με τίτλο «Ενεργειακή Δημοκρατία» από την Ομάδα Εργασίας Κοινών, Ομότιμης Παραγωγής και Αποκέντρωσης του Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα.
Δείτε εδώ τα μέτρα της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της ακρίβειας λόγω του πολέμου.
«Και όπως σε κάθε πληθωριστική κρίση, έτσι και τώρα τα δημόσια έσοδα θα αυξηθούν από τον σταθερά υψηλό ΦΠΑ. Ήδη η αύξηση εσόδων από τις αυξήσεις στα καύσιμα αγγίζει το 30%. Και που αναμένεται να καταλήξουν; Είναι σχεδόν βέβαιο ότι για άλλη μια φορά μέρος αυτών των εσόδων θα διατεθεί σε επιδοτήσεις που θα πριμοδοτήσουν όμως κυρίως τους παραγωγούς ενέργειας και όχι τους καταναλωτές. Και έτσι ο νέος πόλεμος θα είναι ακόμα ένα πρόσχημα για ακόμα μεγαλύτερη αισχροκέρδεια και ενίσχυση των καρτέλ», συνέχισε.
«Αισχροκέρδεια που δεν περίμενε βέβαια μόνο τους πολέμους. Γιατί το ίδιο συμβαίνει εδώ και καιρό και με την ενεργειακή μετάβαση. Μια μετάβαση η οποία από ευκαιρία για πράσινη ενέργεια και απαγγίστρωση από τα καρτέλ, έγινε ακριβώς το αντίθετο, δημιούργησε μια Ενεργειακή Ολιγαρχία», προσθέτει, τονίζοντας πως «αυτό δεν είναι φυσικό φαινόμενο» και πως «υπάρχει εναλλακτικός δρόμος και εναλλακτικός τρόπος, αρκεί να υπάρχει η βούληση».
«Σήμερα παρουσιάζουμε έναν σχεδιασμό που δεν αφορά την έκτακτη συγκυρία αλλά μια εναλλακτική στρατηγική για τη δίκαιη μετάβαση, που έχει επεξεργαστεί η ομάδα Ενέργειας του Ινστιτούτου. Με στόχο την ανατροπή της Ενεργειακής Ολιγαρχίας και την σταδιακή αντικατάστασή της από την Ενεργειακή Δημοκρατία. Με εργαλείο τις Ενεργειακές Κοινότητες. Και με τη συμμετοχή των πολιτών, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της αυτοδιοίκησης.
Που ως αποτέλεσμα θα έχει τη μείωση έως και 1100 ευρώ ετησίως του ενεργειακού κόστους των νοικοκυριών», σημειώνει και καταλήγει:
«Αν θέλουμε μπορούμε να το κάνουμε διαφορετικά. Εμείς έχουμε και τη γνώση και τη βούληση. Θέλουμε, ξέρουμε, μπορούμε».
Το κείμενο παρεμβάσεων προτείνει επτά συγκεκριμένους άξονες δημόσιας πολιτικής:
1. Θεσμική αναγνώριση και ενδυνάμωση των Ενεργειακών Κοινοτήτων (ΕνΚοιν) ως ισότιμων φορέων της αγοράς ενέργειας, με πλήρη εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες (RED III, IEMD) και πρακτικά δικαιώματα πρόσβασης σε ηλεκτρικό χώρο.
2. Εθνικό στρατηγικό σχέδιο για τις ΕνΚοιν με φιλόδοξους ποσοτικούς στόχους: συμμετοχή στην κάλυψη τουλάχιστον 15% της τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας μέσα στην επόμενη πενταετία, ενεργή συμμετοχή 200.000 πολιτών και ένταξη 50.000 ευάλωτων νοικοκυριών.
3. Διεύρυνση δραστηριοτήτων πέραν της παραγωγής ΑΠΕ: αποθήκευση ενέργειας, ηλεκτροκίνηση, απόκριση ζήτησης και συμμετοχικές ανακαινίσεις κλίμακας.
4. Κοινωνική διάσταση και ένταξη ευάλωτων ομάδων μέσω σχημάτων συλλογικής αυτοπαραγωγής και εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού, σε συνδυασμό με προγράμματα ανακαίνισης κτιρίων.
5. Ολοκληρωμένες λύσεις για ΟΤΑ και τοπικές οικονομίες, με στόχο την κάλυψη τουλάχιστον 20% των ενεργειακών αναγκών δημοτικών υποδομών μέσα στην επόμενη πενταετία, ιδίως σε νησιωτικούς και ορεινούς Δήμους.
6. Υποστήριξη του πρωτογενούς τομέα μέσω ΕνΚοιν αγροτικών συνεταιρισμών, μειώνοντας δραστικά το ενεργειακό κόστος παραγωγής.
7. Ενίσχυση ενεργειακής δημοκρατίας, διαφάνειας και εμπιστοσύνης μέσω ανοικτών δεδομένων, αποτελεσματικής εποπτείας του ανταγωνισμού και ουσιαστικής ανεξαρτητοποίησης θεσμών όπως η ΡΑΑΕΥ.

















