«Έφυγε» από τη ζωή την Τρίτη (01.07.2026), σε ηλικία 79 ετών, ο ηθοποιός Μιχάλης Μόσιος προκαλώντας θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο. Ο αγαπημένος ηθοποιός έγινε γνωστός από τον θρυλικό ρόλο του «Ταμτάκου» στον κινηματογράφο.
Η συνεργασία του ηθοποιού στο θέατρο με τη Ρένα Βλαχοπούλου στην παράσταση «Η Χαρτοπαίχτρα» υπήρξε καθοριστική. Εκεί υποδυόταν τον ρόλο του γιου της, και από εκείνη τη συνεργασία προέκυψε κατά λάθος ο θρυλικός χαρακτήρας του «Ταμτάκου» που τον καθιέρωσε.

Σε συνέντευξή του είχε παραχωρήσει στο Youweekly, είχε μιλήσει για το αν έχει βαρεθεί να τον ρωτάνε για τον ρόλο του «Ταμτάκου» εξηγώντας πως «έχω βαρεθεί να ρωτάνε, αλλά ο Ταμτάκος ήταν τόσο δυνατός, και έχει μείνει στην ιστορία. Φυσικά, δεν με έχουν δει να παίζω άλλα πράγματα», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι ο κόσμος τον ταύτισε με τον ρόλο λόγω της μεγάλης του απήχησης.
«Στην κωμωδία όλοι ψάχνουν έναν τύπο, εγώ που δημιούργησα αυτόν τον τύπο, να τον άφηνα; Έτσι έβρισκα δουλειά. Ο Ταμτάκος μου έδωσε ψωμί και έφαγα, ήταν ο σύντροφός μου, τον υπηρέτησα πολύ καλά, τον αγαπάω τον Ταμτάκο, γιατί εγώ τον γέννησα, εγώ τον δημιούργησα. Δεν μου έγραψε κάποιος τον ρόλο, εγώ είμαι από τη Θεσσαλονίκη και στο ΚΘΒΕ έκανα τη γύφτικη προφορά και μετά μου δόθηκε η ευκαιρία και το έπαιξα στο θέατρο με τη Ρένα Βλαχοπούλου, έκανα τον γιο της στη “Χαρτοπαίχτρα”. Η Βλαχοπούλου μου είπε ότι κάνω και για επιθεώρηση, με πήρε μαζί της και έτσι ξεκίνησε ο ρόλος», είχε εξηγήσει για τη δημιουργία του «Ταμτάκου».
Παράλληλα, για την περιορισμένη τηλεοπτική του παρουσία, σημειώνοντας πως δεν του δόθηκαν ευκαιρίες για διαφορετικούς ρόλους, κάτι που τον είχε θυμώσει στο παρελθόν είπε με παράπονο ότι «γιατί δεν με δοκιμάζουν και σε άλλα πράγματα εκτός από τον Ταμτάκο;», είχε αναφέρει, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά πως η καλλιτεχνική του ταυτότητα έμεινε εγκλωβισμένη σε έναν χαρακτήρα.
«Το πρώτο είναι το θέατρο, εκεί είναι η βάση μας. Όσοι δεν συμφωνούν με αυτή την άποψη δεν θα είναι ηθοποιοί. Ο ηθοποιός σπουδάζει θέατρο και αυτή είναι η βασική δουλειά του, τα άλλα όλα κινηματογράφος και τηλεόραση είναι δευτερεύοντα» ανέφερε επιπλέον ο Μιχάλης Μόσιος.
Όσο για την προσωπική του ζωή, είχε δηλώσει για τη σύζυγό του ότι «γνωριστήκαμε σε ένα τραπέζι μου φαίνεται, πέρασαν και πολλά χρόνια, σχεδόν 30. Είδα ένα πολύ ωραίο ξανθό κορίτσι, και τώρα είναι πολύ ωραία γυναίκα, και μου άρεσε, συζητούσαμε κι έτσι τα φτιάξαμε. Παντρευτήκαμε και έχουμε δύο παιδιά. Πετυχημένος είναι ένας γάμος, όταν κάνουν υποχωρήσεις και οι δυο. Μέσα σε τόσα χρόνια θα υπάρχουν τσακωμοί, το θέμα είναι να μην είναι τόσο μεγάλα τα προβλήματα που να φτάσεις σε σημείο να χωρίσεις. Πολλές φορές. Και τώρα μπορεί να τσακωθούμε. Της κάνω πλάκες, αλλά τώρα το έχει καταλάβει και μου λέει “α να χαθείς, παλιόγερε”».
Τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου του ηθοποιού έκανε γνωστή ο γιος του, κάνοντας ανάρτηση στα social media για να πει το δικό του αντίο. Ο Μιχάλης Μόσιος υπήρξε κλασσική φιγούρα στις ελληνικές ταινίες και μία από τις πρώτες εισαγωγές των Ρομά, στην ελληνική τηλεόραση. Έγινε ιδιαίτερα γνωστός τόσο για τα καρό σακάκια του και την τραγιάσκα του, όσο και για την χαρακτηριστική του προφορά.
Αναλυτικά η ανάρτηση του γιου του:
«Δεν το πιστεύω ότι γράφω αυτό το κείμενο, όμως με τεράστιο πόνο οφείλω να ανακοινώσω πως ο μπαμπάς μου, Μιχάλης Μόσιος, δυστυχώς έφυγε. Ο μεγαλύτερος μου εφιάλτης έγινε πραγματικότητα.
Ήσουν ο πιο τίμιος άνθρωπος που έχω γνωρίσει, και σε ευχαριστώ που μου έδωσες τις ευαισθησίες σου, το ήθος σου, και μου έμαθες να είμαι τίμιος και αξιοπρεπής. Πήγες να βρεις τον αδερφό σου τον Στάθη που μοιραστήκατε τόσα πολλά, πριν κάνετε ακόμα καριέρα. Η μόνη φορά που σε είδα να κλαις σαν μωρό παιδί ήταν όταν έφυγε.
Τώρα κι εμείς με την σειρά μας κλαίμε για εσένα. Το μόνο που με χαροποιεί (όσο είναι δυνατόν) είναι ότι έφυγες πλήρης, γεμάτος. Ένα ορφανό φτωχό παιδί, που κατάφερε να μοιράσει γέλιο και να τον αγαπήσει ο κόσμος. Θα κλείσω με ένα στιχάκι από ένα τραγούδι που είχα γράψει, για τον φόβο του να χάσω τον μπαμπά μου
Δεν ξέρω πως θα το αντέξω, Άμα σε χάσω μπαμπά. Θ’ αφήσω τα κλειδιά μου απ’ έξω. Μήπως και μπεις ξανά. Αντίο πατέρα μου».
Από το Κρατικό Θέατρο, στις βιντεοκασέτες και τον ρόλο ως «Ταμτάκος»
Ο Μιχάλης Μόσιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις10 Μαρτίου 1947, με καταγωγή την Στενήμαχο Ημαθίας. Ήταν παντρεμένο με δύο παιδιά, μια κόρη και έναν γιο. Ξεκίνησε τα πρώτα βήματα στο ελληνικό θέατρο στη Θεσσαλονίκη και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος.


Την περίοδο 1969-1972 συμμετείχε σε παραστάσεις αρχαίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, όπως «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, “Βάτραχοι” του Αριστοφάνη, “Αντιγόνη” του Σοφοκλή, “Μάκβεθ” του Ουίλιαμ Σαίξπιρ, “Φάουστ” του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε, “Ένα Ονειρόδραμα” του Αυγούστου Στρίντμπεργκ, “Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας” του Ουίλιαμ Σαίξπιρ, “Ερωτόκριτος” του Βιτσέντζου Κορνάρου, “Ο Βασιλικός” του Αντωνίου Μάτεση, “Το Ζευγάρωμα” του Γρηγόριου Ξενόπουλου, “Οι Πίθηκοι” του Γρηγόρη Βαφιά και “Γεωργάκης Ολύμπιος – Εμμανουήλ Παππάς – Οι ρίζες” των Γιώργου Κιτσόπουλου και Θάνου Κωτσόπουλου.


Έπειτα κατέβηκε στην Αθήνα, όπου συμμετείχε σε διάφορες παραστάσεις. Το 1972 συμμετείχε στην κινηματογραφική ταινία «Αν Ήμουν Πλούσιος» σε σκηνοθεσία του Στέλιου Τατασόπουλου και στην θεατρική παράσταση «Ριχάρδος Γ’» με τον Δημήτρη Χορν στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς.


Την χειμερινή περίοδο 1972-1973 εμφανίστηκε στο Μοντέρνο Θέατρο και στην παράσταση “Τα Πατατάκια” του Άρνολντ Ουέσκερ, το 1973 στο Θέατρο Μινώα στην παράσταση “Θέλω Έρωτα Όχι Πόλεμο”, την περίοδο 1973-1974 συμμετείχε στην περιοδεία της παράστασης “Ο Σεΐχης Της Καβάλας” με την Ρένα Βλαχοπούλου, συνεργασία που ευδοκίμησε τα επόμενα έτη της μεταδικτατορικής Ελλάδας, όταν επέστρεψε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς και συμμετείχε την περίοδο 1974-1975 στην παράσταση “Παπαδόπουλος και Σία” και το 1975 στο ίδιο θέατρο στην παράσταση “Η Χαρτοπαίχτρα”.
Δημιούργησε στο θέατρο τον χαρακτήρα του γύφτου «Ταμτάκου», ρόλο που τον καθιέρωσε και στον κινηματογράφο μέσα από μια σειρά ταινιών.
Ξεκίνησε την καριέρα του στον κινηματογράφο το 1972 με το έργο «Αν ήμουν πλούσιος».
Έπαιξε σε πάνω από πέντε τηλεοπτικές σειρές της ΕΡΤ και της ΥΕΝΕΔ, έχει πρωταγωνιστήσει σε εννέα ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες, ενώ δεκατρία άλλα έργα του έχουν κυκλοφορήσει σε βιντεοκασέτες, και έχει παίξει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις.






