Η Λόρεν Γουάισμπεργκερ ήταν παντού. Ήταν Απρίλιος του 2003 και το πρώτο της μυθιστόρημα, «Ο διάβολος φοράει Prada», ένα μυθιστόρημα-κλειδαρότρυπα για την περίοδο που εργάστηκε ως βοηθός της Άννα Γουίντουρ στο αμερικανικό Vogue, μόλις είχε εκδοθεί. Στην Αμερική έγινε αμέσως μπεστ σέλερ. Αλλά στο Μανχάταν ήταν σκάνδαλο.

Στον χώρο των μέσων ενημέρωσης της πόλης, η Λόρεν Γουάισμπεργκερ θεωρήθηκε μια αχάριστη απόφοιτη που δεν είχε κερδίσει το δικαίωμα να εξαπολύσει μια τόσο ακριβή επίθεση εναντίον μιας από τους τιτάνες της μόδας. Την κατατρόπωσαν με χαρά.

Οι New York Times το χαρακτήρισαν «ένα κακόβουλο βιβλίο του τύπου “Σ’ έπιασα!”» και αργότερα «βαμπιρικό, δεύτερης τάξεως σκληρότητα». Η Wall Street Journal είπε ότι «θα μπορούσε να έχει γραφτεί από έναν καθαριστή παραθύρων». Και η Condé Nast, η μαμά-εκδότρια της Vogue και άλλων περιοδικών, δεν αναγνώρισε καν την ύπαρξή του.

«Ανυπομονώ να διαβάσω το βιβλίο» είπε η Άννα –Nuclear- Γουίντουρ στην μοναδική της δήλωση εκείνη την εποχή.

«Ήμουν συντετριμμένη»

Στο επίκεντρο όλων αυτών βρισκόταν η 26χρονη Γουάισμπεργκερ. «Δεν περίμενα καμία ανταπόκριση, γιατί δεν περίμενα να αγοράσει κανείς το βιβλίο», λέει τώρα στους Times, γελώντας με δυσπιστία. «Ήμουν απλώς μια νεαρή κοπέλα που είχε γράψει ένα βιβλίο που οι γονείς της μπορούσαν να αγοράσουν στο Barnes & Noble».

Κλείστηκε στο διαμέρισμα που νοίκιαζε «στο μέγεθος αυτού του τραπεζιού» στo Upper East Side του Μανχάταν, λαμβάνοντας δέματα από τον εκδότη της που περιείχαν όλα τα αποκόμματα εφημερίδων. «Ήμουν συντετριμμένη», λέει.

Ωστόσο, η εμπορική επιτυχία ήταν σημαντική. Έλαβε 700.000 λίρες ως προκαταβολή για το δεύτερο μυθιστόρημά της και μέχρι σήμερα έχει πουλήσει 13 εκατομμύρια αντίτυπα των βιβλίων της σε όλο τον κόσμο.

Στις συνεντεύξεις της τα επόμενα χρόνια, η Λόρεν Γουάισμπεργκερ φαινόταν αμυντική και ανήσυχη, σε ορισμένα σημεία αρνούμενη να παραδεχτεί ότι το βιβλίο αφορούσε τη Γουίντουρ. Μόνο πρόσφατα — η Λόρεν είναι τώρα 48 ετών, συγγραφέας οκτώ μυθιστορημάτων, ζει στο Κονέκτικατ με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά της — φαίνεται να έχει μαλακώσει.

«Η Prada άλλαξε τη ζωή μου, σχεδόν εξ ολοκλήρου προς το καλύτερο», λέει. «Έτσι, εκείνο το μικρό επεισόδιο, που ένιωσα ότι άγγιζε τα όρια του τραύματος, ήταν βραχύβιο στο μεγάλο σχέδιο των πραγμάτων. Ήταν ένα μεγάλο δώρο».

Το 2006 το βιβλίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, σε μια κλασική ταινία, που λατρεύεται από τις γυναίκες της γενιάς του 2000 με πάθος για τη μόδα και μια μαζοχιστική επιθυμία να τις τιμωρήσει στο χώρο εργασίας η δική τους Μιράντα Πρίστλεϊ.

Σήμερα, δύο δεκαετίες μετά την κυκλοφορία της, η Λόρεν Γουάισμπεργκερ μιλάει ξανά για το The Devil Wears Prada 2, που κυκλοφορεί την 1η Μαΐου.

«Σαν να γύρισα 20 χρόνια πίσω»

Το πρωταγωνιστικό καστ είναι το ίδιο -η Αν Χάθαγουεϊ ως Άντρια –Άντι- Σακς, η Μέριλ Στριπ ως Μιράντα Πρίστλεϊ, ο Στάνλεϊ Τούτσι ως Νάιτζελ και η Έμιλι Μπραντ ως Έμιλι — όπως και οι θαυμαστές, με πλήθη ανθρώπων να συρρέουν κάθε μέρα των γυρισμάτων.

Η Στριπ είπε ότι άκουσε ένα «βρυχηθμό» όταν βγήκε για πρώτη φορά από το τροχόσπιτό της στην 6η Λεωφόρο. Η ταινία ήταν αγαπητή τότε -αλλά αυτό δεν ήταν ποτέ πιο ξεκάθαρο από ό,τι είναι τώρα.

«Είναι τρελό που επέστρεψε, είναι πραγματικά πολύ διασκεδαστικό», λέει η συγγραφέας στους Times. «Ειλικρινά, δεν πίστευα ποτέ ότι θα γυριστεί δεύτερη ταινία», συνεχίζει. «Είναι η καλύτερη δυνατή έκπληξη».

H Λόρεν Γουάισμπεργκερ έλαβε το σενάριο από τη σεναριογράφο Αλίν Μπρος ΜακΚίνα, στην οποία της επιτράπηκε να συνεισφέρει αν και δεν έχει άμεσο ρόλο στη δημιουργία της ταινίας. (Οι αρχικοί χαρακτήρες αγοράστηκαν ουσιαστικά από την 20th Century Fox.)

«Πήγα στο πλατό πολλές φορές και ένιωσα σαν να γύρισα 20 χρόνια πίσω», λέει. «Φυσικά, ήμουν η μόνη που πραγματικά γέρασε. Όλοι οι άλλοι φαίνονται καλύτεροι, είναι πολύ ενοχλητικό! Εννοώ, ήταν πανομοιότυποι».

Το «αδέξιο μπλε πουλόβερ»

Αν και υπήρχαν κάποιες αποκλίσεις, η πρώτη ταινία ακολούθησε μια παρόμοια πλοκή με το βιβλίο της Γουάισμπεργκερ. Η Άντι είναι μια αθώα απόφοιτη του Northwestern University που θέλει να γράφει υψηλού επιπέδου άρθρα για υψηλού επιπέδου περιοδικά. Αντ’ αυτού, κατά κάποιο τρόπο τυχαία, καταλήγει να δουλεύει στο περιοδικό Runway για τη Μιράντα, της οποίας οι απαιτήσεις γίνονται όλο και πιο παράλογες.

«Οι λεπτομέρειες της ανικανότητάς σου με ενδιαφέρουν ελάχιστα», της λέει. Με την πάροδο των μηνών, η Άντι μεταμορφώνεται από το κορίτσι με το «αδέξιο μπλε πουλόβερ» και τα σγουρά μαλλιά σε μια κομψή, καλοχτενισμένη Μανχατανίτισσα που φοράει μπότες Chanel –μάλιστα!

Μια δίκαιη προσπάθεια

Η Γουάισμπεργκερ και η Χάθαγουεϊ συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο μιας έρευνας. Τη ρώτησε για την εμπειρία της Λόρεν Γουάισμπεργκερ στο Vogue; «Ναι, φυσικά» απαντάει.

«Από πολλές απόψεις» συνεχίζει η Γουάισμπεργκερ «ακόμα νιώθω σαν την Άντι. Η δουλειά μου στη Vogue ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Ήταν μόνο έναν χρόνο, αλλά προφανώς όλα όσα προέκυψαν από αυτό άλλαξαν την πορεία των πάντων. Και η Άντι είμαι εγώ! Ακόμα ταυτίζομαι πολύ με εκείνο το νεαρό κορίτσι, το ψάρι έξω από το νερό, τη μεγάλη πόλη, τα έκπληκτα μάτια».

Η ταινία απέφερε 23 εκατομμύρια ευρώ το πρώτο Σαββατοκύριακο της προβολής της και συνέχισε αποφέροντας 210 εκατομμύρια ευρώ παγκοσμίως. Η ίδια η Γουίντουρ παρευρέθηκε στην πρεμιέρα φορώντας, φυσικά, Prada.

«Είχε πολύ χιούμορ, είχε πολύ πνεύμα», δήλωσε πέρυσι η Γουίντουρ, που σήμερα είναι διευθύντρια περιεχομένου της Condé Nast και παγκόσμια διευθύντρια σύνταξης της Vogue. «Την βρήκα πολύ διασκεδαστική και πολύ αστεία… Τελικά σκέφτηκα ότι ήταν μια δίκαιη προσπάθεια».

Οι χαρακτήρες της ταινίας στο σήμερα

«Έκαναν καταπληκτική δουλειά. Έχει γίνει πολιτιστικός θεσμός» παραδέχεται η Λόρεν Γουάισμπεργκερ για την παραγωγή της ταινίας. Το 2024 μεταφέρθηκε στο West End ως μιούζικαλ, για το οποίο ο Έλτον Τζον έγραψε τη μουσική.

Η δεύτερη ταινία γυρίστηκε το περασμένο καλοκαίρι στο Μανχάταν, το Λονγκ Άιλαντ και το Μιλάνο. «Η Γουίντουρ ήταν στο πλατό αυτή τη φορά», λέει η Γουάισμπεργκερ, «αλλά εγώ απουσίαζα».

Η πλοκή είναι διαφορετική από το δεύτερο μυθιστόρημα Devil Wears Prada, με την Άντι να επιστρέφει στο Runway ως συντάκτρια, έχοντας περάσει χρόνια ως ρεπόρτερ. «Συγγνώμη, ποια είναι αυτή;», λέει η Μιράντα στο τρέιλερ, καθισμένη απέναντι από την Άντι σε μια συνέντευξη. «Ήταν μια από τις Έμιλι», απαντά ο Νάιτζελ.

Η ίδια η Έμιλι είναι τώρα επικεφαλής μιας πολυτελούς μάρκας, της οποίας τα εμπορικά έσοδα χρειάζεται το περιοδικό για να επιβιώσει.

«Προχώρα!»

Η Λόρεν Γουάισμπεργκερ μεγάλωσε στην Πενσυλβάνια, με μητέρα δασκάλα και πατέρα μεσίτη. Σε ηλικία 22 ετών, το 1999, μόλις αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Cornell, αποφάσισε ότι ήθελε να εργαστεί σε περιοδικά.

Ήρθε στη Νέα Υόρκη, κοιμήθηκε στον καναπέ ενός φίλου για δύο εβδομάδες και υπέβαλε δεκάδες αιτήσεις. Πήρε τη δουλειά στη Vogue «ακριβώς όπως στο βιβλίο». Η Condé Nast με κάλεσε για συνέντευξη, χωρίς να μου πουν σε ποιο περιοδικό ή σε ποια θέση.

Πρώτα έκανα συνέντευξη με την υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού και μου είπε ότι η θέση ήταν στη Vogue. Εγώ απάντησα: «Ωραία, αλλά ίσως δεν είναι αυτό που ψάχνω». Και εκείνη μου είπε: «Δεν μας ενδιαφέρει τι ψάχνεις. Προχώρα!».

«Που στο καλό βρίσκομαι;»

Μετά από δύο ακόμη συνεντεύξεις εκείνη την ημέρα, η Γουάισμπεργκερ ενημερώθηκε ότι θα συναντούσε την «Άννα». «Θυμάμαι ότι δεν σκέφτηκα τίποτα γι’ αυτό, κάτι που εκ των υστέρων είναι τρελό», λέει.

«Δεν ήξερα σε τι έμπαινα και αυτό πιθανώς είχε να κάνει με το γεγονός ότι τελικά πήρα τη δουλειά. Δεν ήξερα αρκετά για να είμαι άναυδη και τρομοκρατημένη. Η Άννα ήταν εξαιρετικά ψύχραιμη και πολύ εκφοβιστική και το γραφείο της ήταν όμορφο, αλλά δεν είχα χρόνο να καταλάβω όλη την εικόνα εκείνη τη στιγμή. Πραγματικά, μόνο όταν άρχισα να δουλεύω σκέφτηκα: “Πού στο καλό βρίσκομαι;”».

«Ένα βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας»

Όταν άρχισε να δουλεύει, την έστειλαν στο κομμωτήριο για να της κόψουν και να της βάψουν τα μαλλιά. «Η Άννα είπε: “Φτιάξτε τα. Αμέσως”. Τα μαλλιά μου ήταν φρικτά, προφανώς. Έστειλε όλες τις καινούργιες κοπέλες στο Oscar Blandi Salon και τις έβλεπε ο Κάιλ. Ο Κάιλ τα έφτιαχνε. Aκόμα στον Κάιλ πηγαίνω».

Υπήρχε «ένα βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας», συνεχίζει η Γουάισμπεργκερ. Και το να είσαι λεπτή; «Ήταν ένα πολύ, πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό της κουλτούρας και της αίσθησης που είχες όταν δούλευες εκεί, σίγουρα. Δεν θυμάμαι κανέναν που να δούλευε εκεί και να μην ήταν ψηλός, εξαιρετικά λεπτός και ελκυστικός. Αυτή ήταν η κοπέλα της Vogue.

»Είχε την ατμόσφαιρα σχολείου καλών τρόπων, όπου μερικές από τις κοπέλες προέρχονταν από τα σωστά σχολεία και τις σωστές οικογένειες και είχαν πολύ καλές σχέσεις στην κοινωνία. Και οι άλλες ήθελαν πραγματικά να γίνουν μέρος αυτού». Η Γουάισμπεργκερ ένιωθε σαν εξωγήινη.

Ένα «διασκεδαστικό κείμενο»

Εκείνη και μια άλλη βοηθός έπρεπε να είναι συνεχώς απομονωμένες στο γραφείο της Γουίντουρ («κάνουμε βάρδιες»), «όλη την ημέρα και μεγάλο μέρος της νύχτας».

«Ήταν μια χρονιά με πολλές φωνές» εξηγεί. «”Σκάσε και πιάσε δουλειά”. Αυτό μας έλεγαν από την πρώτη μέρα, όχι μόνο σε μένα και όχι μόνο η Άννα. “Έτσι είναι ο κόσμος. Πλήρωσε τα χρέη σου. Δούλεψε σκληρά”. Νομίζω ότι όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς σκληρότητα και κακομεταχείριση». Κάνει μια παύση. «Αναρωτιέμαι πώς είναι να διατηρείς τα όριά σου στη σημερινη Vogue».

Η Γουάισμπεργκερ έφυγε από το περιοδικό μετά από δέκα μήνες, μετακόμισε στο Departures, μια έκδοση της American Express, και εγγράφηκε σε ένα μάθημα συγγραφής, όπου σε ηλικία 23 ετών άρχισε να γράφει ένα «διασκεδαστικό κείμενο» για την τρελή της ζωή στον κόσμο της μόδας. Το πούλησε σε έναν εκδότη ως ημιτελές χειρόγραφο και παραιτήθηκε από τη δουλειά της για να το ολοκληρώσει.

«Έγινα εξόχως παρανοϊκή»

«Πραγματικά, τώρα ακούγεται απίστευτο, αλλά δεν είχα ιδέα πόσο επιτυχημένο θα ήταν, με έπιασε εξ απροόπτου», λέει. Οι συνεντεύξεις στα ΜΜΕ, καθώς και οι κριτικές, ήταν αμείλικτες. «Κάποιες από αυτές ήταν πραγματικά δυσάρεστες, πολύ προσωπικές. Και αυτό με έκανε να νιώθω πολύ άγχος, ότι είχα κάνει κάτι λάθος.

»Οι συνεντεύξεις έμοιαζαν με συνεντεύξεις παγίδευσης. Ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι πολύ προσεκτική, σαν να προσπαθούσαν όλοι να με ξεγελάσουν. Πιθανότατα έγινα εξόχως παρανοϊκή».

Ήταν «πολύ νευρική» για να γράψει το δεύτερο βιβλίο της. «Τώρα έχω αποδεχτεί ότι το Prada ήταν κάτι εκπληκτικό, μοναδικό στη ζωή, αλλά είναι τρελό όταν αυτό το μοναδικό στη ζωή συμβαίνει για πρώτη φορά, όταν είσαι τόσο νέος».

Σήμερα γράφει από το γραφείο του σπιτιού της κάθε πρωί μέχρι το μεσημέρι και περνάει το βράδυ με την οικογένειά της. Τα προάστια του Κονέκτικατ, όπως αποδεικνύεται, έχουν αποτελέσει την τέλεια έμπνευση για τα δράματα και τις σάτιρες των εμπορικών μυθιστορημάτων της (When Life Gives You Lululemons; Where the Grass Is Green and the Girls Are Pretty).

«Είμαι καλά! Πολύ καλά!»

Αγαπάει τα ψώνια, ιδανικά σε εμπορικά κέντρα ή πολυκαταστήματα («έτσι μεγάλωσα»), αλλά όχι απαραίτητα τη μόδα. Ξαναδιαβάζοντας το Prada, λέει, μπορεί κανείς να νιώσει σχεδόν περιφρόνηση για τη βιομηχανία της μόδας. «Πιθανότατα ένιωσα περιφρόνηση τότε. Ίσως επειδή ήταν ένας κόσμος που δεν με περιλάμβανε ή για τον οποίο δεν ήξερα τίποτα, που δεν με ενδιέφερε. Σίγουρα δεν νιώθω περιφρόνηση για αυτόν τώρα, αλλά δεν θα έλεγα ότι έχει γίνει ένας κόσμος που με ενδιαφέρει».

Η Γουάισμπεργκερ έχει μια σταθερότητα και μια βαθιά αγάπη για τους χαρακτήρες που δημιούργησε. «Νομίζω ότι έχει περάσει αρκετός χρόνος και νιώθω πολύ πιο άνετα και τώρα είναι απλά διασκεδαστικό».

Ωστόσο, δεν έχει δει την πρώην εργοδότριά της από τότε που άφησε τη δουλειά της στο Vogue, πριν από περισσότερα από 20 χρόνια. Θα ήθελε να την ξαναδεί; «Όχι!» απαντά, λακωνικά και χαρούμενα. «Είμαι καλά! Πολύ καλά!».

*Με στοιχεία από thetimes.com

*Από την Έφη Αλεβίζου





Πηγή