«Η από 16 Φεβρουαρίου 2026 επιστολή του Μονίμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, σε συνέχεια σχετικών Ρηματικών Διακοινώσεων της Ελλάδας, της Κύπρου και της Αιγύπτου, ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη και δεν προκαλεί έκπληξη» αναφέρουν διπλωματικές πηγές.
Αναφερόμενες στην επιστολή της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Τουρκίας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026, προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι «η εν λόγω επιστολή, που απορρίπτεται εκ μέρους της Ελλάδας και θα απαντηθεί δεόντως, αναπαράγει τις γνωστές πλην όμως ευφάνταστες και αυθαίρετες ερμηνείες του Διεθνούς Δικαίου, και ειδικότερα του Δικαίου της Θάλασσας, στις οποίες συχνά επιδίδεται η Τουρκία, αμφισβητώντας, για μια ακόμη φορά, τα νόμιμα δικαιώματα της χώρας μας, ενώ επιμένει να μην αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της ΕΕ και του ΟΗΕ».
Και διπλωματικές πηγές συνεχίζουν:
«Επισημαίνεται ότι η επανάληψη νομικά ανυπόστατων ισχυρισμών δεν τους προσδίδει αξία και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα.
Ως γνωστόν, οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν ήδη κατ’ επανάληψη απαντηθεί με επιστολές μας προς τα Ηνωμένα Έθνη, στις οποίες υπενθυμίζουμε, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, στην οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, μεταξύ κρατών με παρακείμενες ή αντικείμενες ακτές, τα νησιά, έχουν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη.
Θα πρέπει συνεπώς η Τουρκία να συνταχθεί με τις επιταγές του Δικαίου της Θάλασσας, προς όφελος των σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των δύο χωρών μας, όπως και της σταθερότητας και της συνεργασίας στην περιοχή».

















