Το 570 μ.Χ. γεννήθηκε στη Μέκκα ο Μωάμεθ, ο γιος του Αμπντουλάχ. Η οικογένειά τους είχε ευγενική καταγωγή, χωρίς πολλά πλούτη.

Καθήκον τους ήταν να φροντίζουν το ιερό της Κάαμπα, στο οποίο φυλασσόταν η ιερή πέτρα των Αράβων, που πίστευαν ότι είχε πέσει απ’ τον ουρανό. Οι Άραβες διέσχιζαν ολόκληρη την έρημο για να προσκυνήσουν στο ιερό της Κάαμπα και μέχρι σήμερα, οι Μουσουλμάνοι στρέφονται προς την κατεύθυνση του ιερού, όταν προσεύχονται.

Ο Αμπντουλάχ πέθανε νέος και ο γιος του κληρονόμησε τη λιγοστή, αλλά πολύτιμη περιουσία του που ήταν πέντε καμήλες. Ο Μωάμεθ αναγκάστηκε να δουλέψει ως γιδοβοσκός για τους πλούσιους. Για χρόνια εργαζόταν για μια πλούσια χήρα, πολλά χρόνια μεγαλύτερή του, τη Χαντιτζά, η οποία έγινε και η πρώτη του σύζυγος.

Ως οικογενειάρχης, ο Μωάμεθ ήταν ιδιαίτερα σεβαστός απ’ τον κόσμο. Συζητούσε και φιλοσοφούσε με τους ομόθρησκούς του, αλλά και με ταξιδιώτες που περνούσαν απ’ τη Μέκκα. Γνώρισε Εβραίους και Χριστιανούς και εντυπωσιάστηκε από την ιδιόμορφη θρησκεία τους: Πίστευαν σε έναν Θεό, αθέατο και παντοδύναμο.

Ένα βράδυ, είδε ένα όραμα, όπου εμφανίστηκε μπροστά του ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Τρεις φορές τον διέταξε να απαγγείλει, αλλά ο Μωάμεθ δίστασε, καθώς δεν ήξερε να διαβάζει. Πέρασαν τρία χρόνια και ο αρχάγγελος εμφανίστηκε ξανά μπροστά του. Τότε ο Μωάμεθ κατάλαβε τον ρόλο του στη θεία οικονομία και απήγγειλε τους πρώτους στίχους του Κορανίου.

Ο Θεός τον είχε επιλέξει ως Προφήτη του και ο Μωάμεθ έπρεπε να αφιερώσει τη ζωή του σε Αυτόν, να τον υπηρετεί και να διαδίδει το μήνυμά του.

Ξεκίνησε το κήρυγμά στη Μέκκα. Πρώτοι πιστοί ήταν η σύζυγος του και πολλοί φίλοι του, αλλά ο περισσότερος κόσμος δυσπιστούσε και τον αντιμετώπιζε με κοροϊδίες. Όχι όμως και οι ηγέτες της φυλής, οι ιερείς της Κάαμπα, που θορυβήθηκαν από τις «ξένες» φιλοσοφίες του Μωάμεθ.

Σταδιακά το κήρυγμά του έβρισκε απήχηση όλο και σε περισσότερο κόσμο. Όσο αυξάνονταν οι πιστοί που τον ακολουθούσαν, αυξάνονταν και οι ανησυχίες των ηγετών. Έφτασαν στο σημείο να απαγορέυσουν στους κατοίκους της Μέκκας να εμπορεύονται με την οικογένεια του Μωάμεθ και έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δημιουργήσουν αρνητικό κλίμα εναντίον του. Στο τέλος αποφάσισαν να τον εκτελέσουν για να ξεμπερδέψουν μια και καλή μαζί του.

Ο Μωάμεθ όμως έμαθε τα σχέδιά τους και πρόλαβε να διαφύγει.

Η φυγή έγινε στις 16 Ιουνίου του 622 και είναι γνωστή στα αραβικά ως «Εγίρα», δηλαδή «μετανάστευση». Οι μουσουλμάνοι μετράνε τον χρόνο με αφετηρία αυτή τη χρονολογία, όπως οι Χριστιανοί με τη γέννηση του Χριστού.

Ο κυνηγημένος Μωάμεθ εγκαταστάθηκε σε μια πόλη της ερήμου, όπου τον υποδέχτηκαν πολύ θερμά. Αυτή η πόλη ονομάστηκε Μεδίνα, που σημαίνει «η Πόλη του Προφήτη».

Η «Εγίρα» αντιμετωπίζεται από τους μουσουλμάνους ως το σημείο μεταστροφής, όπου το Ισλάμ, από μία μικρή, τοπική και κυνηγημένη ιδέα έγινε επίσημη θρησκεία και απέκτησε ισχύ και εξουσία. Στη Μεδίνα, το Ισλάμ εξελίχτηκε σε κατευθυντήρια δύναμη της ζωής των πιστών. Διαμόρφωσε την καθημερινότητά τους και τις συνήθειες τους.

Η «Εγίρα», εκτός από την αρχή του χρόνου, συμβολίζει και την αρχή του Ισλάμ ως θρησκεία.

Το προσκύνημα στη Μέκκα

Η Μέκκα πέρασε στην εξουσία των Μουσουλμάνων το 630. Ο Μωάμεθ καθάρισε το ιερό της Κάαμπα από ειδωλολατρικά σύμβολα και αφιέρωσε το ιερό στον Αλλάχ.

Δύο χρόνια αργότερα, πήγε ο ίδιος για να προσκυνήσει και απηύθυνε στον λαό έναν απ’ τους τελευταίους λόγους του, πριν πεθάνει. Έκτοτε το ετήσιο προσκύνημα στη Μέκκα καθιερώθηκε και συγκαταλέγεται στους πέντε στύλους του Ισλάμ, τα πέντε καθήκοντα που πρέπει να εκπληρώσει κάθε Μουσουλμάνος πριν πεθάνει.

Τα προσκύνημα ονομάζεται «Χατζ», πραγματοποιείται τον τελευταίο μήνα του ισλαμικού ημερολογίου και συγκεντρώνει τεράστια πλήθη. Οι πιστοί ντύνονται στα λευκά και επισκέπτονται μια σειρά ιερών τόπων, με σκοπό να εξαγνιστούν και να τιμήσουν τον Αλλάχ και τον Μωάμεθ.



agrinio24.gr