Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου (Φωτογραφία αρχείου / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ / EUROKINISSI)
Με έντονα συγκρουσιακή διάθεση εμφανίστηκε η Ζωή Κωνσταντοπούλου στην Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής, κατά την έναρξη της συζήτησης νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης που προβλέπει τη δημιουργία ψηφιακού μητρώου παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς. Η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας, καταγγέλλοντας παράλληλα «κακές πρακτικές νομοθέτησης» και διαδικασίες που –όπως υποστήριξε– υποβαθμίζουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου χαρακτήρισε τη διαδικασία «fast track», σημειώνοντας ότι με τον ίδιο τρόπο έχουν εισαχθεί και άλλες ρυθμίσεις, τις οποίες περιέγραψε ως «φωτογραφικές», χωρίς να αναφερθεί ονομαστικά σε πρόσωπα ή πρόσφατες υποθέσεις. «Υπάρχουν βουλευτές που δεν ξέρουν τι ψηφίζουν. Με αυτόν τον τρόπο του φωτογραφικού ξεπλύματος ψηφίστηκε και η φωτογραφική διάταξη του υπουργείου Δικαιοσύνης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Πλεύση Ελευθερίας συγκαταλέχθηκε στις κοινοβουλευτικές ομάδες που την καταψήφισαν.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας υποστήριξε ότι «καταλύεται η κοινοβουλευτική λειτουργία», καθώς –όπως είπε– η διαδικασία στις επιτροπές «αχρηστεύεται» όταν η συζήτηση προχωρά με ταχύτητα που δεν επιτρέπει ουσιαστική επεξεργασία. «Επιδιώκεται για άλλη μια φορά το κοινοβουλευτικό ξέπλυμα. Βάλλεται η πιο ενεργή κοινοβουλευτική ομάδα, αυτή που επιμένει στο ότι δεν μπορεί να αχρηστεύεται η διαδικασία στις επιτροπής», τόνισε η Ζωή Κωνσταντοπούλου, υπογραμμίζοντας πως η παράταξή της θα προχωρήσει σε ένσταση αντισυνταγματικότητας «για να πάψει η βίαιη νομοθέτηση».
Παράλληλα, κάλεσε τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη να τοποθετηθεί για «σκάνδαλο» που –κατά τους ισχυρισμούς της– συνδέεται με προηγούμενη «φωτογραφική διάταξη» του υπουργείου, η οποία «αφορούσε κυβερνητικό στέλεχος». Όπως είπε, η στάση της Πλεύσης Ελευθερίας εντάσσεται στην προσπάθεια να ανακοπεί «ο προγραμματισμός» που, κατά την ίδια, οδηγεί σε περιορισμό της ουσίας της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

















