«Δεν θέλω να σου ζητάω να…, θέλω να το καταλαβαίνεις μόνος σου». «Φοβάμαι ότι αν μιλήσω θα απομακρυνθεί ή θα κλειστεί». «Κάθε φορά που μιλάω, καταλήγουμε να τσακωνόμαστε».
Φράσεις που – αν είμαστε ειλικρινείς – δεν ανήκουν μόνο σε «προβληματικές» σχέσεις. Ανήκουν στις περισσότερες. Είναι μικρές ιστορίες δεσμού. Είναι οι τρόποι με τους οποίους μάθαμε να υπάρχουμε μέσα σε μια σχέση, να ζητάμε (ή να μην ζητάμε), να εκφραζόμαστε (ή να σιωπούμε), να πλησιάζουμε (ή να αποσυρόμαστε).
Το να μπορεί ένας άνθρωπος να εκφράζει με σαφήνεια τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα όριά του είναι κρίσιμο σε κάθε είδους σχέση – πόσο μάλλον στις ερωτικές, όπου η εγγύτητα κάνει τα πάντα πιο έντονα. Παρατηρούμε συχνά ότι η δυσκολία να επικοινωνήσει ο ένας στον άλλον αυτό που χρειάζεται συνδέεται με συγκρούσεις, συναισθηματική απομάκρυνση, σεξουαλική δυσαρέσκεια, αλλά και με τη δημιουργία δυσλειτουργικών μοτίβων που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά.

Γιατί όμως είναι τόσο δύσκολο να πούμε αυτό που θέλουμε;
Το να εκφράζουμε τις ανάγκες μας δεν είναι μια απλή πράξη. Είναι μια σύνθετη συναισθηματική διαδικασία που περιλαμβάνει την αναγνώριση του τι νιώθουμε, την ικανότητα να το ονομάσουμε και τελικά το θάρρος να το μοιραστούμε. Και όλα αυτά απαιτούν να διαχειριστούμε το άγχος και τον φόβο σύγκρουσης, απόρριψης ή ακόμη και εγκατάλειψης.
Σύμφωνα με τη Θεωρία Δεσμού, τα άτομα με ασφαλή δεσμό τείνουν να εκφράζουν πιο εύκολα και άμεσα τις ανάγκες τους. Αντίθετα, άτομα με αγχώδη ή αποφευκτικό δεσμό συχνά λειτουργούν με εσωτερικές πεποιθήσεις όπως: «αν αγαπάς, προσαρμόζεσαι», «δεν είναι σωστό να θυμώνεις», «μην απαιτείς πολλά».


Έτσι, πολλές φορές, αντί να εκφράσουν ανοιχτά αυτό που θέλουν, υπονοούν αντί να ζητούν, σιωπούν για να αποφύγουν μια πιθανή σύγκρουση ή εκφράζουν τις ανάγκες τους με θυμό. Άλλες φορές αποσύρονται εντελώς, αποφεύγοντας τόσο την αντιπαράθεση όσο και την ίδια τη συναισθηματική έκφραση.
Η ανάγκη όμως δεν εξαφανίζεται. Με τον καιρό μεταμφιέζεται σε παράπονο, ειρωνεία, παθητική επιθετικότητα, συναισθηματική απόσταση — ακόμη και σε σεξ χωρίς πραγματική επιθυμία. Δημιουργείται έτσι ένας γνώριμος «χορός»: ο ένας διεκδικεί έμμεσα και ο άλλος αποσύρεται για να προστατευτεί. Στην ουσία, κανείς δεν λέει αυτό που πραγματικά σκέφτεται: «Φοβάμαι ότι δεν είμαι σημαντικός/ή για σένα».
Όταν αρχίζεις να λες αυτό που θέλεις!
Η αρχή δεν είναι εύκολη. Συχνά συνοδεύεται από άγχος, ενοχή και τον φόβο του «τι θα γίνει τώρα;». Θα αλλάξει κάτι; Και αν όχι; Κι αν η κατάσταση χειροτερέψει;


Κι όμως, η συναισθηματική έκφραση είναι αυτή που μας βοηθά να νιώσουμε πιο αυθεντικοί μέσα στη σχέση. Μας επιτρέπει να διεκδικήσουμε χώρο, να δημιουργήσουμε ουσιαστική σύνδεση και να μειώσουμε την απόσταση που δημιουργούν οι υποθέσεις και οι σιωπές. Όταν εκφράζουμε με σαφήνεια αυτό που χρειαζόμαστε, αυξάνουμε τις πιθανότητες να υπάρξει κατανόηση – και όχι ερμηνεία.
Αυτό επηρεάζει θετικά και τη σεξουαλική ζωή του ζευγαριού, καθώς η επιθυμία συνδέεται άμεσα με την αίσθηση ασφάλειας και συναισθηματικής εγγύτητας. Η ώριμη επικοινωνία δεν εγγυάται ότι ο σύντροφός μας θα ανταποκριθεί πάντα όπως θα θέλαμε. Εγγυάται όμως κάτι εξίσου σημαντικό: ότι η σχέση δεν θα βασίζεται σε υποθέσεις, θυμούς ή σιωπηλές απογοητεύσεις, αλλά σε μια πιο αληθινή και ξεκάθαρη επαφή.
Γιατί τελικά, το να μπορείς να πεις αυτό που θέλεις δεν είναι απλώς θέμα επικοινωνίας. Είναι πράξη φροντίδας – τόσο προς τον εαυτό σου όσο και προς τη σχέση.
Κείμενο: Μαρίνα Μόσχα, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

















