Έντονη κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών έχουν αρχίσει να ασκούν οι μεγάλοι Ευρωπαίοι πάροχοι καλώντας την Κομισιόν να «χαλαρώσει» το ρυθμιστικό πλαίσιο προειδοποιώντας ότι διαφορετικά θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις στις υποδομές τους, οι οποίες κρίνονται απαραίτητες προκειμένου η Γηραιά Ήπειρος να μειώσει το χάσμα που έχει αρχίσει να δημιουργείται με τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και τις χώρες της ανατολικής Ασίας.
Η διαφαινόμενη κόντρα είναι ένα από τα βασικά θέματα συζήτησης στο φετινό MWC Barcelona, το μεγάλο ετήσιο «ραντεβού» της τηλεπικοινωνιακής αγοράς, το οποίο διοργανώνεται από τον GSMA, ήτοι τον παγκόσμιο σύνδεσμο των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας.
Και είναι χαρακτηριστικό ότι ο γενικός διευθυντής του GSMA, Vivek Badrinath επεσήμανε ότι η ΕΕ πρέπει να αναγνωρίσει την άμεση ανάγκη να προχωρήσει η εμπορική διάθεση των δικτύων 5G SA (σ.σ. πρόκειται για την νέα γενιά των δικτύων κινητής τηλεφωνίας 5ης γενιάς όπου ουσιαστικά είναι εφικτή η παροχή προηγμένων υπηρεσιών) στην Ευρώπη.
Ιδίως από τη στιγμή που στην ανατολική Ασία είναι ήδη διαθέσιμες ουκ ολίγες εφαρμογές που αξιοποιούν το 5G SA, το οποίο εκτιμάται ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει επιπλέον έσοδα της τάξεως των 187 δισ. δολαρίων μέχρι το 2030.
Οι αλλαγές που φέρνει το Digital Networks Act
Το πρόβλημα -αυτή τη στιγμή- δείχνει να είναι το προτεινόμενο νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα επικοινωνιών, το Digital Netwotks Act (DNA), το οποίο παρουσίασε πριν από μερικές εβδομάδες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ένα πλαίσιο για το οποίο ο Laszlo Toth, επικεφαλής του GSMA Europe, δεν έκρυψε την απογοήτευση του σε χθεσινή συζήτηση που είχε στο πλαίσιο του MWC Barcelona με εκπροσώπους ευρωπαϊκών μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και το CNN Greece.
«Δεν υπάρχει αρκετή κανονιστική βεβαιότητα προκειμένου να προχωρήσουν οι επενδύσεις σε καινοτόμες λύσεις και υπηρεσίες» ήταν η χαρακτηριστική ατάκα του κ. Toth, ο οποίος σημείωσε αρκετές φορές ότι ο κλάδος περίμενε περισσότερα από το νέο πλαίσιο.
Σύμφωνα με την Elsa Sepeda, επικεφαλής του τομέα δημόσιας πολιτικής (public policy) του GSMA για την Ευρώπη, στο DNA υπάρχουν μεν ορισμένα φωτεινά σημεία αλλά αυτά είναι ελάχιστα.
Το σημαντικότερο εξ αυτών αφορά την εκχώρηση του φάσματος συχνοτήτων καθώς η ΕΕ είναι διατεθειμένη να αλλάξει τη διαδικασία και να προτείνει οι πάροχοι να μπορούν να αποκτούν φάσμα επ’ αόριστο χρονικό διάστημα και απλά να υπάρχει αυτόματη ανανέωση με αυξανόμενο τίμημα. Κάτι που σύμφωνα με το GSMA θα δημιουργούσε μία αίσθηση σιγουριάς στους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους προκειμένου να προχωρήσουν σε επενδύσεις.
Σημειωτέον πως η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) έχει περιλάβει αυτό το μοντέλο στη δημόσια διαβούλευση ενόψει της διαγωνιστικής διαδικασίας για την εκ νέου εκχώρηση του φάσματος συχνοτήτων στα 900 και 1800 MHz, η οποία αναμένεται να πραγματοποιηθεί είτε στο τέλος της τρέχουσας χρονιάς ή στις αρχές της επόμενης.
Τα ζητήματα με το DNA
Όπως ανέφερε η κα Sepeda, οι πάροχοι περίμεναν να υπάρχει μία απλοποίηση του ρυθμιστικού πλαισίου, κάτι που υποστήριζε και η ΕΕ. Όμως, το πλάνο, το οποίο φθάνει στις 300 σελίδες, προσθέτει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα, σύμφωνα με τον GSMA, καθώς δημιουργεί νέες αρχές και αυξάνει τον αριθμό των αναφορών που θα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν οι πάροχοι.
Επιπλέον, δεν διευκολύνει τις συγχωνεύσεις τηλεπικοινωνιακών παρόχων, όπως ζητούν οι εταιρείες υποστηρίζοντας ότι είναι απαραίτητο το μέγεθος προκειμένου να προχωρήσουν οι απαραίτητες επενδύσεις που ανέρχονται σε πολλά δισεκατομμύρια ευρώ.
Με την κατάσταση να περιπλέκεται από την αναμενόμενη εφαρμογή του Cyberesecurity Act, όπου προτείνεται η απαγόρευση χρήσης σε τηλεπικοινωνιακά δίκτυα εξοπλισμού προερχόμενου από κατασκευαστές από χώρες «υψηλού κινδύνου». Ουσιαστικά, αν εγκριθεί σε αυτή τη μορφή η συγκεκριμένη οδηγία τότε οι Ευρωπαίοι πάροχοι θα κληθούν μέσα σε 36 μήνες να αντικαταστήσουν τον εξοπλισμό που έχουν από τη Huawei, όπερ σημαίνει ότι θα χρειαστεί να δαπανήσουν ουκ ολίγα δισεκατομμύρια ευρώ, αποκτώντας ένα επιπλέον πονοκέφαλο. Το γεγονός ότι τα στελέχη του GSMA Europe δήλωσαν ότι η ανακοίνωση της οδηγίας για την κυβερνοασφάλεια έγινε χωρίς να την περιμένουν, ενισχύει περαιτέρω αυτό τον πονοκέφαλο.
Όμως, το σημαντικότερο θέμα αναφορικά με το DNA σχετίζεται με ένα άλλο ζήτημα: την ισχύ των αποκαλούμενων over the top (OTT) παρόχων υπηρεσιών, όπως είναι η Google, το Netflix κ.ά.
Οι πάροχοι ζητούν εδώ και χρόνια να «υποχρεωθούν» οι ΟΤΤ να πληρώνουν και αυτοί για την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιακών δικτύων που αξιοποιούν για να παρέχουν υπηρεσίες. Όμως, αυτό δεν έχει γίνει -λόγω και των αντιδράσεων σε πολύ υψηλό επίπεδο από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, με αποτέλεσμα οι πάροχοι να εκφράζουν συνεχώς τη δυσαρέσκεια τους. Σύμφωνα με το GSMA Europe, «στο DNA δεν βλέπουμε να υπάρχουν υποχρεώσεις για όσους δεν έχουν άδεια τηλεπικοινωνιακού παρόχου» με αποτέλεσμα να υπάρχουν διακρίσεις.
Οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι ζητούν έστω να τους επιτραπεί να μπορούν να έχουν μία ευελιξία όσον αφορά στη διαχείριση της κίνησης, τουλάχιστον για τις υπηρεσίες προς τους εταιρικούς πελάτες.
Πρόκειται για το θέμα με το αποκαλούμενο net neutrality, καθώς με βάση το ισχύον πλαίσιο οι πάροχοι δεν μπορούν να κάνουν «διακρίσεις» όσον αφορά στην κίνηση που περνά από τα δίκτυα τους. Άρα, δεν μπορούν, για παράδειγμα, να δώσουν προτεραιότητα σε δικές τους υπηρεσίες και όχι σε αυτές των ΟΤΤ, όπως είναι το Netflix.
Σε κάθε περίπτωση, η «κόντρα» δείχνει μόλις να ξεκινά και θα περιμένουμε να δούμε αν τελικώς η ΕΕ θα υποχωρήσει σε κάποια από τα αιτήματα των τηλεπικοινωνιακών παρόχων. Ή οι τελευταία θα βγουν στην επίθεση επιβραδύνοντας τις επενδύσεις τους σε υποδομές.

















