Δεν είναι σπάνιο να ακούσεις ένα παιδί να λέει «είμαι χαζός», «κανείς δεν με θέλει», «δεν τα καταφέρνω σε τίποτα». Στην αρχή μπορεί να σου φαίνεται μια απλή υπερβολή της στιγμής, κάτι σαν μικρό δράμα μετά από ένα διαγώνισμα ή έναν καβγά με φίλους. Τα παιδιά άλλωστε έχουν την τάση να μιλούν με μεγάλες λέξεις για μικρά γεγονότα. Όταν όμως αυτές οι φράσεις αρχίζουν να επαναλαμβάνονται και να περιγράφουν τον εαυτό τους συνολικά, τότε το θέμα δεν είναι πια η κακή μέρα. Είναι ο τρόπος που βλέπουν τον εαυτό τους. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα σε μια στιγμιαία απογοήτευση και σε μια ταυτότητα που χτίζεται γύρω από την αποτυχία. Και αυτή η ταυτότητα μπορεί να γίνει βαριά για ένα παιδί που ακόμη προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι. Το εσωτερικό του σχόλιο, αυτό που λέει στον εαυτό του, γίνεται ο φακός μέσα από τον οποίο βλέπει τον κόσμο, τους άλλους και κυρίως τον εαυτό του.
Όταν η σκέψη γίνεται απόλυτη
Τα παιδιά συχνά σκέφτονται με απόλυτους όρους. Ένα κακό αποτέλεσμα σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου μετατρέπεται σε «είμαι χάλια στο ποδόσφαιρο». Ένα λάθος στην ορθογραφία γίνεται «δεν είμαι καλός μαθητής». Αυτή η σκέψη, που οι ψυχολόγοι ονομάζουν γενικευμένη ή απόλυτη σκέψη, είναι ένας γρήγορος τρόπος για να βγάλει κανείς συμπέρασμα για τον εαυτό του. Το πρόβλημα είναι ότι το συμπέρασμα γίνεται ταυτότητα. Το παιδί δεν λέει «δεν τα πήγα καλά σήμερα», αλλά «δεν τα καταφέρνω γενικά». Έτσι μια μικρή εμπειρία μετατρέπεται σε γενικό κανόνα. Όταν αυτή η σκέψη επαναλαμβάνεται, αρχίζει να διαμορφώνει την αυτοεκτίμηση του παιδιού. Και η αυτοεκτίμηση είναι κάτι που χτίζεται καθημερινά, μέσα από εμπειρίες αλλά και από τις ερμηνείες που δίνουμε σε αυτές. Αν το παιδί μάθει να βλέπει κάθε δυσκολία ως απόδειξη ανεπάρκειας, τότε η αποτυχία παύει να είναι εμπειρία και γίνεται χαρακτήρας.
Τελειομανία, κοινωνική πίεση και μικρές άμυνες

Μερικές φορές ο αρνητικός εσωτερικός διάλογος δεν γεννιέται από αδυναμία αλλά από υπερβολικές απαιτήσεις. Τα παιδιά που θέτουν πολύ υψηλά στάνταρ στον εαυτό τους συχνά γίνονται οι πιο σκληροί κριτές του εαυτού τους. Αν δεν πετύχουν το τέλειο αποτέλεσμα, θεωρούν ότι απέτυχαν. Άλλες φορές πάλι η υποτίμηση του εαυτού λειτουργεί σαν κοινωνική άμυνα. Ένα παιδί μπορεί να πει «θα γράψω χάλια στο τεστ» πριν καν το δώσει, γιατί έτσι προστατεύεται από την πιθανή κριτική των άλλων. Είναι ένας τρόπος να προλάβει την απογοήτευση ή το πείραγμα. Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου τα παιδιά έχουν ακούσει αρνητικά σχόλια από συμμαθητές ή έχουν βιώσει κοροϊδία και αρχίζουν σιγά σιγά να πιστεύουν αυτά που τους λένε. Όταν το εξωτερικό σχόλιο γίνεται εσωτερική φωνή, τότε η αυτοκριτική παύει να είναι εργαλείο βελτίωσης και μετατρέπεται σε βάρος που κουβαλούν καθημερινά.
Πώς μπορείς να αλλάξεις τη φωνή μέσα στο κεφάλι του
Η πρώτη αντίδραση πολλών γονιών είναι να καθησυχάσουν το παιδί λέγοντας «μην λες χαζομάρες, είσαι υπέροχος». Η πρόθεση είναι καλή, όμως η υπερβολικά θετική απάντηση συχνά δεν πείθει. Αντί να ακυρώσεις αυτό που νιώθει, έχει μεγαλύτερη αξία να το ακούσεις. Όταν ένα παιδί λέει «κανείς δεν με συμπαθεί», πίσω από τη φράση μπορεί να κρύβεται μια συγκεκριμένη εμπειρία. Μια παρεξήγηση στο διάλειμμα, μια απόρριψη σε ένα παιχνίδι. Αν το βοηθήσεις να δει το γεγονός μέσα στο πλαίσιο του, τότε η εμπειρία γίνεται διαχειρίσιμη. Ένα περιστατικό δεν σημαίνει ότι όλοι το απορρίπτουν. Παράλληλα, ο τρόπος που μιλάς για τον εαυτό σου μπροστά του λειτουργεί σαν μάθημα. Αν κάθε λάθος σου συνοδεύεται από φράσεις αυτοκατηγορίας, το παιδί μαθαίνει ότι έτσι αντιμετωπίζονται τα λάθη. Αν όμως δείχνεις ότι ένα λάθος είναι απλώς μέρος της προσπάθειας, του δίνεις ένα διαφορετικό μοντέλο σκέψης.
Όταν ένα παιδί αρχίζει να περιγράφει τον εαυτό του με φράσεις όπως «δεν αξίζω», «δεν μπορώ», «είμαι κακός σε όλα», τότε η συζήτηση δεν αφορά πια ένα περιστατικό αλλά την εικόνα που χτίζει για τον εαυτό του. Η αυτοεκτίμηση δεν δημιουργείται από μεγάλα λόγια αλλά από μικρές εμπειρίες που αποκτούν νόημα. Από το να μάθει ότι ένα λάθος δεν ακυρώνει την προσπάθεια, ότι μια δυσκολία δεν καθορίζει την αξία του, ότι οι άνθρωποι δεν χωρίζονται σε επιτυχημένους και αποτυχημένους. Όταν ένα παιδί καταλάβει ότι μπορεί να αποτύχει χωρίς να γίνει αποτυχία, τότε κάτι σημαντικό αλλάζει μέσα του. Σταματά να φοβάται τόσο πολύ την αποτυχία και αρχίζει να δοκιμάζει ξανά. Και εκεί, μέσα σε αυτή την επανάληψη της προσπάθειας, αρχίζει να χτίζεται μια ταυτότητα πιο αληθινή, πιο σταθερή και πολύ πιο γενναιόδωρη απέναντι στον εαυτό του.
Κεντρική εικόνα και εικόνα άρθρου: iStock

















