Οι αγορές υποτιμούν το οικονομικό ρίσκο της απώλειας βιοποικιλότητας, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει κρίσεις χρέους και να αυξήσει κατακόρυφα το κόστος δανεισμού, προειδοποιεί νέα μελέτη.
Με δημοσίευσή τους στο περιοδικό Nature Ecology and Evolution, βρετανοί οικονομολόγοι τονίζουν ότι τα υφιστάμενα πλαίσια πιστοληπτικής αξιολόγησης δεν λαμβάνουν υπόψη την περιβαλλοντική υποβάθμιση, κάτι που σημαίνει ότι περιουσιακά στοιχεία αξίας 83 τρισεκατομμυρίων δολαρίων να είναι εκτεθειμένα σε κίνδυνο λανθασμένης αποτίμησης.
Η μελέτη είναι η πρώτη που προσφέρει ένα μοντέλο αξιολόγησης που συνυπολογίζει την απώλεια βιοποικιλότητας, γράφουν οι οικονομολόγοι των πανεπιστημίων του Σάσεξ, του Σάρεϊ, του Λονδίνου και του πανεπιστημίου Χέριοτ-Βατ της Σκωτίας.
Τα οικοσυστήματα στηρίζουν την παγκόσμια οικονομία μέσω των λεγόμενων «υπηρεσιών των οικοσυστημάτων» όπως η επικονίαση των καλλιεργειών και τα ιχθυαποθέματα.
Χρησιμοποιώντας μια προσαρμοσμένη βερσιόν της μεθοδολογίας που εφαρμόζει η Standard & Poor’s, η ερευνητική ομάδα εκτιμά ότι ακόμα και η μερική κατάρρευση ορισμένων βασικών οικοσυστημάτων θα μείωνε το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 2 τρισ. δολάρια ανά έτος και θα αύξανε τους ετήσιους τόκους στο παγκόσμιο κρατικό χρέος κατά 162 δισ. δολάρια.
«Οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι ουσιαστικά τυφλές απέναντι στους κινδύνους που συνδέονται με τη φύση», δήλωσε ο Μάθιου Αγκαρουάλα του Πανεπιστημίου του Σάσεξ.
«Καθώς η απώλεια βιοποικιλότητας υπονομεύει την οικονομική απόδοση, γίνεται πιο δύσκολο για τις χώρες να εξυπηρετούν το χρέος τους, γεγονός που αυξάνει το κόστος δανεισμού και εντείνει τις δημοσιονομικές πιέσεις» είπε στο Reuters.
Η πιστοληπτική ικανότητα ευάλωτων χωρών θα μπορούσε να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Η αξιολόγηση της Ινδίας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να πέσει κατά τέσσερις βαθμίδες σε ένα τέτοιο σενάριο, ενώ της Κίνας θα μπορούσε να υποχωρήσει κατά περισσότερες από 5 μονάδες σε μια εικοσαβάθμια κλίμακα. Υποβάθμιση κατά 4 με 6 βαθμίδες προβλέπεται για την Ινδονησία, το Μπαγκλαντές και η Μαλαισία.
Η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στις 23 ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες που καλύπτει η μελέτη, στις οποίες ζουν συνολικά 5,5 δισ. άνθρωποι.
Οι εκτιμώμενες μεταβολές στην πιστοληπτική αξιολόγηση 23 χωρών σε περίπτωση μερικής κατάρρευσης των υπηρεσιών των οικοσυστημάτων (Μ. Agarwala et al. / 2026)
Δεδομένου ότι οι χαμηλότερες πιστοληπτικές αξιολογήσεις συνήθως αναγκάζουν τις κυβερνήσεις να καταβάλλουν υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου για τον δανεισμό τους, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της Ινδίας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 50 δισ. δολάρια τον χρόνο, ενώ της Κίνας κατά 70 δισ. δολάρια.
Οι συνέπειες θα γινόταν αισθητές στις επιχειρήσεις, τα οικονομικά ιδρύματα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία, προειδοποιεί η μελέτη.
«Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 έδειξε τι συμβαίνει όταν οι αγορές αγνοούν αναδυόμενες απειλές», δήλωσε η Πάτι Κλούσακ της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Εδιμβούργου.
«Κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε το ίδιο λάθος αν οι οικολογικοί κίνδυνοι συνεχίσουν να αποκλείονται από τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας» είπε.
Σε περίπτωση μερικής κατάρρευσης των υπηρεσιών που προσφέρουν τα οικοσυστήματα, το πρόσθετο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα αντιστοιχούσε σχεδόν στα δύο τρία της ετήσιας διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας και σε ένα μεγάλο μέρος των 200 δισ. δολαρίων τον χρόνο που απαιτεί το Παγκόσμιο Πλαίσιο του ΟΗΕ για τη Βιοποικιλότητα.
Οι συντάκτες της μελέτης καλούν τις ρυθμιστικές αρχές, τις κεντρικές τράπεζες και τους οίκους αξιολόγησης να ενσωματώσουν στα χρηματοοικονομικά μοντέλα τους τους κινδύνους που σχετίζονται με τη φύση, υποστηρίζοντας ότι το κόστος προστασίας της βιοποικιλότητας είναι πολύ μικρότερο από τις οικονομικές συνέπειες της απώλειάς της.
Ο Μόριτζ Κρέμερ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρώην αναλυτής κρατικού χρέους της S&P και μέλος της ερευνητικής ομάδας, τόνισε ότι οι οίκοι αξιολόγησης αποτυγχάνουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.
«Μέχρι τη λήξη αυτών των ομολόγων σε 30 ή ακόμη και 50 χρόνια, η πιστοληπτική τους αξιολόγηση θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη κατά τρεις ή τέσσερις βαθμίδες», είπε.
«Αυτό αποτελεί πρόβλημα».















