Καθησυχαστικοί είναι οι ειδικοί για την εμφάνιση ξενικών ειδών στις ελληνικές θάλασσες, η οποία προκαλεί κατά καιρούς αναστάτωση στους πολίτες, ιδίως με τις σχετικές εικόνες και τα βίντεο που διακινούνται ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Δεν θα το πιάσει κάποιος και θα πάθει κάτι ούτε θα έχει ένα ακούσιο δάγκωμα και θα πάθει κάτι»
Όπως εξηγεί ο διευθυντής του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», Θοδωρής Τσιμπίδης, δεν υπάρχει λόγος πανικού για τους πολίτες, παρά τη συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα.
Μιλώντας στο ΕΡΤnews σχετικά με την παρουσία του λαγοκέφαλου στις ελληνικές θάλασσες, υπογράμμισε ότι η εικόνα που μεταφέρεται συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι υπερβολική. «Δεν τίθεται, δεν υπάρχει πανικός στην όλη ιστορία και δεν έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι μας», επισήμανε ακολούθως προσθέτοντας ότι ακόμα και άνθρωποι που ζουν κοντά στη θάλασσα εμφανίζονται ανήσυχοι λόγω της παραπληροφόρησης.
Αναφορικά με την επικινδυνότητα του είδους, ξεκαθάρισε ότι «το ίδιο το ψάρι δεν είναι επικίνδυνο, το δάγκωμά του δεν έχει δηλητήριο». Όπως εξήγησε, οι τοξίνες του λαγοκέφαλου βρίσκονται στα εσωτερικά του όργανα και όχι στο εξωτερικό του σώμα. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει κίνδυνος από απλή επαφή ή δάγκωμα, παρά μόνο κατά την κατανάλωση, αν δεν καθαριστεί σωστά. «Δεν θα το πιάσει κάποιος και θα πάθει κάτι, ούτε θα έχει ένα ακούσιο δάγκωμα και θα πάθει κάτι», τόνισε.
Για τα περιστατικά δαγκωμάτων σε παραλίες, ο κ. Τσιμπίδης εξήγησε ότι «όπου έγινε αυτό, βρήκαμε ταΐσμα» και εξήγησε ότι η συνήθεια των λουόμενων να πετούν τροφή στη θάλασσα προσελκύει τα ψάρια κοντά στην ακτή. «Με αυτόν τον τρόπο πλησιάζουν στις παραλίες και μπορεί να υπάρξει τσίμπημα» αλλά «δεν υπάρχει κίνδυνος», ενώ ακόμα και σε περίπτωση μικροτραυματισμού, η αντιμετώπιση είναι απλή.
Είναι σημαντικό, όπως συμβούλευσε, να μην πανικοβάλλονται οι πολίτες και να αποφεύγουν το τάισμα ψαριών στις παραλίες.
Πώς έφτασε ο λαγοκέφαλος στη Μεσόγειο
Από την άλλη, η εξάπλωση ξενικών ειδών στις ελληνικές θάλασσες – ένα φαινόμενο που συνδέεται και με την αλλαγή της θερμοκρασίας των υδάτων – έχει ανησυχήσει τους ψαράδες. Τα είδη αυτά, όπως λένε, επηρεάζουν τόσο την αλιεία όσο και την ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.
Οι άμεσες συνέπειες, σύμφωνα με τους επαγγελματίες, είναι ότι προκαλούνται ζημιές στα αλιευτικά εργαλεία, καθώς ψάρια όπως ο λαγοκέφαλος καταστρέφουν δίχτυα και καταναλώνουν αλιεύματα εμπορικής αξίας. Έμμεσα, δημιουργείται ανταγωνισμός με εγχώρια είδη, επηρεάζοντας τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των ψαριών στην αγορά.
Ο κ. Τσιμπίδης απέδωσε την εξάπλωση του είδους στη λεκάνη της Μεσογείου σε δύο – κατά κύριο λόγο – παράγοντες: τη διάνοιξη και διαπλάτυνση της Διώρυγα του Σουέζ και την υπεραλίευση. «Ανοίξαμε μια τεράστια δίοδο με την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό», όπως είπε, επιτρέποντας έτσι τη μετακίνηση νέων ειδών προς τη Μεσόγειο.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι «το μεγάλο πρόβλημα έχει να κάνει με την υπεραλίευση», η οποία διαταράσσει την ισορροπία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων. Σε αυτό λειτουργεί συμπληρωματικά η κλιματική αλλαγή, διευκολύνοντας την εγκατάσταση των ξενικών ειδών.
«Τα ψάρια που θα έπρεπε να είναι θηρευτές έχουν αποδεκατιστεί», ανέφερε, φέρνοντας ως παράδειγμα μεγάλα ψάρια που πλέον αλιεύονται μαζικά. «Και του χρόνου θα είναι μεγαλύτερο το πρόβλημα αν δεν σταματήσουμε αυτή την παράνοια» προειδοποίησε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αλλαγή στο θαλάσσιο περιβάλλον είναι ραγδαία. Πάνω από 1.000 είδη έχουν εγκατασταθεί τα τελευταία χρόνια στη Μεσόγειο και από αυτά επιβιώνουν κυρίως τα πιο προσαρμοστικά και επιθετικά είδη. Ο λαγοκέφαλος συγκαταλέγεται σε αυτά, σύμφωνα με τον κ. Τσιμπίδη.
Ο ίδιος υπογράμμισε καταληκτικά την ανάγκη προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, σημειώνοντας ότι οι αλλαγές που καταγράφονται σήμερα είναι πρωτοφανείς για τα δεδομένα της Μεσογείου.






