Για τον έναν στους δύο Έλληνες που  δεν θα πάει διακοπές φέτος το καλοκαίρι, το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας φροντίζει να τον μεταφέρει νοερά σε τροπικές ζώνες, με άσφαλτο και τσιμέντο αντί για βλάστηση.

Πρόκειται για ένα φαινόμενο που το γνωρίζουμε πολύ καλά όσοι ζούμε σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, ακόμα και αν δεν ξέρουμε πώς να το ονομάσουμε. Η αστική θερμική νησίδα σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό, όπως τον αλιεύσαμε από διδακτορική διατριβή είναι «ένα ένα ατμοσφαιρικό φαινόμενο, που εμφανίζεται στο αστικό και ημιαστικό περιβάλλον, όπου λόγω της πυκνής δόμησης των κτηρίων, η θερμότητα εγκλωβίζεται, με αποτέλεσμα την αύξηση της θερμοκρασίας του αέρα σε σχέση με τις αγροτικές περιοχές γύρω από αυτή».

To φαινόμενο της θερμικής νησίδας

Για τους κατοίκους του λεκανοπεδίου, και όχι μόνο για εκείνους, η θερμική νησίδα είναι η αίσθηση λάβας που σε πνίγει, από τα καυσαέρια, τους ρύπους και τη ζέστη, όταν διασχίζεις πεζός τον δρόμο μεσημεριάτικα, ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Είναι η άσφάλτος που νιώθεις να πυρώνει κάτω από τα πόδια σου, αναπτύσσοντας θερμοκρασίες φούρνου, όταν οδηγείς μηχανάκι στη ζέστη.  Είναι η αφόρητη κάψα που εκπέμπουν οι εξωτερικές μονάδες των κλιματιστικών, το τίμημα που πληρώνουμε – εμείς και πρωτίστως το περιβάλλον – για να δροσίσουμε τους κλειστούς χώρους. Είναι οι εξωτερικοί τοίχοι και οι τσιμεντένιες ταράτσες στις πολυκατοικίες, στην πλειονότητά τους παλαιές, ασυντήρητες και διόλου βιοκλιματικές,  που το βράδυ εκλύουν θερμότητα και δεν σε αφήνουν να δροσιστείς, ούτε αφού πέσει ο ήλιος.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει η Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων και Κρίσεων του ΕΚΠΑ, η αστική θερμική νησίδα στην Αθήνα κυμαίνεται συνήθως ανάμεσα σε 4 και 7 βαθμούς Κελσίου, με μέσο όρο περίπου στους 5 βαθμούς. Σε  ακραίες περιπτώσεις, η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στο κέντρο της πόλης και τις γύρω περιοχές μπορεί να φτάσει τους 10 βαθμούς. Η επιβάρυνση αυτή προστίθεται πάνω στην ήδη υπαρκτή τάση αύξησης των θερμοκρασιών λόγω κλιματικής αλλαγής, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις να πολλαπλασιάζονται αντί απλώς να αθροίζονται.

Όταν το aircondition μας ζεσταίνει

Νέα δημοσίευση της Γενικής Διεύθυνσης Δράσης για το Κλίμα (DG CLIMA) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αναλύει τις επιπτώσεις της ακραίας ζέστης για τους κατοίκους των αστικών περιοχών. Στον απόηχο των διαδοχικών κυμάτων καύσωνα που έπληξαν τη δυτική Ευρώπη, μας προετοιμάζει για ένα μέλλον όλο και πιο θερμό. Από τα μέσα του ’90 και μετά η θερμοκρασία στη γηραιά ήπειρο αυξάνεται με διπλάσιο ρυθμό από τον υπόλοιπο πλανήτη, κατά 0,56 βαθμούς Κελσίου ανά δεκαετία, έναντι 0,27 που είναι ο παγκόσμιος μέσος όρος. Η μόνη γεωγραφική ζώνη που θερμαίνεται πιο γρήγορα από την Ευρώπη είναι η Αρκτική, με 0,75 βαθμούς Κελσίου ανά δεκαετία.

Από όλα τα ακραία καιρικά φαινόμενα – πυρκαγιές, πλημμύρες, καταιγίδες –  η ζέστη είναι το πιο θανάσιμο. Το 95% των ανθρώπινων απωλειών που συνδέονται με ακραίες καιρικές και κλιματολογικές συνθήκες, οφείλονται στις υψηλές θερμοκρασίες. Πρόσφατη έρευνα εκτιμά ότι μόνο από τους καύσωνες του φετινού Ιουνίου, προκλήθηκαν 20.000 επιπλέον θάνατοι, από ό,τι υπό κανονικές συνθήκες.

Η DG Clima προειδοποιεί ότι τα κλιματιστικά, μολονότι είναι απαραίτητα σε περιόδους επικίνδυνης ζέστης, ενισχύουν το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας σε περιοχές πυκνής δόμησης. Φέρνει ως παράδειγμα το Παρίσι, όπου πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι η εκτεταμένη χρήση air condition αυξάνει την εξωτερική θερμοκρασία ως και 4 βαθμούς Κελσίου.  Μας προτρέπει, πριν στραφούμε στη χρήση κλιματιστικού, να έχουμε εξαντλήσει άλλα μέσα δροσισμού, όπως συστήματα σκίασης, μονωτικά υλικά και εξαερισμό. Όμως ο πιο πολύτιμος σύμμαχος κατά της υπερθέρμανσης, είναι το αστικό πράσινο. Μελέτη σε 600 ευρωπαϊκές πόλεις έδειξε ότι τα δέντρα συμβάλλουν στη μείωση της ατμοσφαιρικής θερμοκρασίας κατά 0,8 βαθμούς Κελσίου, ή περισσότερο σε ορισμένες περιοχές.

Δεν υπάρχει μια συνταγή για όλα

Πώς καταπολεμούν οι πόλεις το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας; Ο διεθνώς καταξιωμένος Έλληνας επιστήμονας Ματθαίος Σανταμούρης, σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Νational Geographic, εξηγεί γιατί δεν υπάρχει μια ενιαία λύση που να ταιριάσει σε όλες τις πόλεις. Ο Σανταμούρης, διδάσκει στο τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ και στην έδρα υψηλής αρχιτεκτονικής απόδοσης στο πανεπιστήμιο New South Wales της Αυστραλίας και  θεωρείται κορυφαίος εμπειρογνώμονας  θέματα δομημένου περιβάλλοντος. «Κάθε έργο μετριασμού (σ.σ. της θερμικής νησίδας) σε μια πόλη πρέπει να σχεδιάζεται από ειδικούς και να δοκιμάζεται», δηλώνει. «Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να έχουμε πολύ πενιχρά αποτελέσματα, να ξοδέψουμε τεράστιο προϋπολογισμό και να αυξήσουμε τη θερμοκρασία στις πόλεις».

Για παράδειγμα, σε πόλεις όπως το Ντουμπάι και το Σύδνεϋ, που  βρίσκονται κοντά στην έρημο, οι ανακλαστικές επιφάνειες βοηθούν να απωθηθεί η ηλιακή ακτινοβολία και να μειωθεί η μάζα θερμού αέρα πάνω από την πόλη, ο λεγόμενος θερμικός θόλος.  Η Αθήνα όμως ζεσταίνεται κυρίως λόγω της πυκνής δόμησης και του γεγονότος ότι το γύρω ορεινό ανάγλυφο εμποδίζει τη ροή του αέρα.

Γι’ αυτό, η προτεραιότητα για την πρωτεύουσα δεν είναι μόνο ο περιορισμός της θερμότητας αλλά κυρίως ο αερισμός. Ψύχοντας τις ταράτσες κάτω από τη θερμοκρασία περιβάλλοντος, μέσω πρασίνου και ανακλαστικών υλικών, ο πιο πυκνός και ψυχρός αέρας κατεβαίνει στους δρόμους, τραβώντας μαζί του θαλάσσιο αεράκι που «ξεπλένει» τη ζέστη από την πόλη.

Άλλες πόλεις έχουν υιοθετήσει αυτές τις πρακτικές. Η Σιγκαπούρη, η θερμοκρασία της οποίας αυξάνεται περίπου δύο φορές πιο γρήγορα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, έχει αναδειχθεί σε πρωτοπόρο τόσο στις αρχιτεκτονικές όσο και στις τεχνολογικές καινοτομίες στον τομέα της ψύξης, επενδύοντας σε χώρους πρασίνου, σκιά και υπόγειους σωλήνες ψύξης.



in.gr