Αρχικά υπέθεσε ότι περιείχαν υλικό σχετικό με το ομώνυμο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ του 1978. Σύντομα, όμως, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τις κινηματογραφημένες εμφανίσεις του Earl’s Court.
«Όταν δημιουργούσα το Moonage Daydream, είχα πρόσβαση σε κάθε κινηματογραφημένη εμφάνιση του Ντέιβιντ Μπόουι που υπάρχει», εξηγεί, προσθέτοντας ότι θεωρεί το συγκεκριμένο υλικό «χωρίς καμία αμφιβολία, την καλύτερη κινηματογραφημένη εμφάνιση της καριέρας του».
Η αρχική παραγωγή είχε ανατεθεί στον σκηνοθέτη Ντέιβιντ Χέμινγκς. Ωστόσο, ο Μπόουι στράφηκε στην ηχογράφηση του Lodger, μετακόμισε στην Ελβετία και, σύμφωνα με αναφορές, δεν έμεινε ικανοποιημένος από το μοντάζ.
«Προχωρούσε σε άλλα πράγματα με την ταχύτητα του φωτός», λέει ο Μόργκεν, εκτιμώντας ότι εκείνη την περίοδο η επιστροφή στο παρελθόν δεν τον ενδιέφερε.
Δέκα χρόνια δουλειάς για μια συναυλία
Η αποκατάσταση του υλικού εξελίχθηκε σε μια σχεδόν δεκαετή προσπάθεια, με περισσότερες από 1.000 ώρες να αφιερώνονται αποκλειστικά στη χρωματική επεξεργασία.
«Έγινε κάτι σαν εμμονή», παραδέχεται ο σκηνοθέτης, εξηγώντας ότι στόχος ήταν η συναυλία να μοιάζει με μια εμπειρία που θα μπορούσε να πραγματοποιείται σήμερα.
Η εξαιρετική διατήρηση των φιλμ και η ηχογράφηση του παραγωγού Τόνι Βισκόντι διευκόλυναν σημαντικά τη διαδικασία.
Ο Μόργκεν δηλώνει εντυπωσιασμένος από την παρουσία του Μπόουι, με τα φαρδιά παντελόνια, το μακιγιάζ και την αψεγάδιαστη εμφάνισή του. «Κοιτάζω τα κοντινά πλάνα και σκέφτομαι: Πώς είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να μην ιδρώνει;», αναρωτιέται.
Η πρώτη εκτέλεση του «Sound and Vision»
Ανάμεσα στις σημαντικότερες στιγμές της ταινίας βρίσκεται η πρώτη ζωντανή εκτέλεση του Sound and Vision, την 1η Ιουλίου 1978.
Ο Μπόουι εμφανίζεται να γελά κατά τη διάρκεια του τραγουδιού, πιθανότατα επειδή το ηλεκτρικό βιολί επιχειρούσε να αναπαραγάγει τα πνευστά της αρχικής ηχογράφησης.
Οι κάμερες καταγράφουν επίσης τον μουσικό να απομακρύνεται προς τα πλάγια της σκηνής, να πίνει μπίρα, να καπνίζει και να χορεύει χαμογελαστός.
«Νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά που εμφανιζόταν χωρίς μάσκα ή, ας πούμε, χωρίς κάποιον χαρακτήρα», παρατηρεί ο Μόργκεν.
Ο σκηνοθέτης ξεχωρίζει επίσης την ερμηνεία του Station to Station και την ασυνήθιστη επιλογή να ανοίγει η συναυλία με το ατμοσφαιρικό Warszawa.
Μια συναυλία του 1978 με την τεχνολογία του 2027
Το David Bowie: Stage θα παρουσιαστεί το 2027 σε αρένες, με πολλαπλές οθόνες, ειδικό φωτισμό και ήχο surround 7.1.
«Δεν πρόκειται για μια ταινία που απλώς προβάλλεται σε αρένες», διευκρινίζει ο Μόργκεν. Οι θεατές θα μπορούν να επιλέγουν πού θα στρέφουν το βλέμμα τους, παρακολουθώντας διαφορετικές πλευρές της εμφάνισης.
«Η συναυλία ανήκει στο 1978, αλλά η παρουσίασή της στο 2027», τονίζει.
Για τον σκηνοθέτη, η ιδέα ότι ο Μπόουι θα πρωτοπορήσει ξανά, έντεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, μοιάζει απολύτως φυσική.






