Ο πρωτοφανής ευρωπαϊκός καύσωνας που κόστισε χιλιάδες ζωές στα τέλη Ιουλίου ήταν μια υπενθύμιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο που θα μπορούσε δυνητικά να οδηγήσει σε προσφυγές για την αδράνεια των κυβερνήσεων στη μείωση των εκπομπών άνθρακα.

Παραδείγματα ήδη υπάρχουν: το 2015, η περιβαλλοντική οργάνωση Urgenta Foundation και 900 ολλανδοί πολίτες προσέφυγαν στη δικαιοσύνη σε μια προσπάθεια να αναγκάσουν την κυβέρνηση της Ολλανδίας να λάβει πιο δραστικά μέτρα κατά της κλιματικής αλλαγής. Δικαιώθηκαν το 2019, όταν δικαστήριο της Χάγης διέταξε την κυβέρνηση να μειώσει τις εκπομπές άνθρακα κατά 25% έως το 2020, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, κρίνοντας ότι ο προηγούμενος στόχος του 17% ήταν ανεπαρκής.

Μια άλλη ιστορική εξέλιξη ήρθε το 2024, όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δικαίωσε μια ομάδα ηλικιωμένων Ελβετίδων, κρίνοντας ότι η κλιματική πολιτική της χώρας τους τις εξέθεσε σε αυξημένο κίνδυνο θανάτου λόγω καύσωνα.

Υπάρχουν όμως περιθώρια βελτίωσης, γράφει στο The Conversation η Σάντρα Κασότα, αναπληρώτρια καθηγήτρια Διεθνούς, Περιβαλλοντικού και Ενεργειακού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Άαλμποργκ στη Δανία.

Η Κασότα ζητά να συνδεθούν με τη νομοθεσία τα υπολογιστικά μοντέλα που εκτιμούν τον ρόλο της κλιματικής αλλαγής σε συγκεκριμένα καιρικά φαινόμενα.

Αποδεικτικά στοιχεία

Στην περίπτωση του τελευταίου ευρωπαϊκού καύσωνα, η επιστημονική ομάδα World Weather Attribution εκτίμησε σε ανάλυσή της ότι το κύμα ζέστης θα ήταν σχεδόν αδύνατο να συμβεί χωρίς την επίδραση της κλιματικής αλλαγής.

Η ανάλυση βασίστηκε σε υπολογιστικά μοντέλα για να συγκρίνει την πιθανότητα εκδήλωσης ενός καύσωνα τέτοιου μεγέθους με και χωρίς την κλιματική αλλαγή.

«Όταν η επιστήμη μπορεί να δείξει ότι ένας συγκεκριμένος καύσωνας έγινε πιθανότερος εξαιτίας των ανθρώπινων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τότε αυτό παύει να είναι μια ακαδημαϊκή άσκηση και μετατρέπεται σε αποδεικτικό στοιχείο» γράφει η Κασότα.

Η αλήθεια είναι ότι ήδη υπάρχουν νόμοι για την κλιματική αλλαγή. Η νομοθεσία της Ευρώπης, για παράδειγμα, θέτει ως δεσμευτικό στόχο τη μείωση των εκπομπών άνθρακα κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, και κατά 90% έως το 2040.

«Επομένως, το νομικό πλαίσιο υπάρχει ήδη. Αυτό που λείπει είναι ο μηχανισμός που θα συνδέει την επιστήμη του κλίματος με τη νομική εφαρμογή της σε πραγματικό χρόνο. Η συνεργασία επιστημόνων που αναπτύσσουν κλιματικά μοντέλα και νομοθετών ήδη από τα πρώτα στάδια θα μπορούσε να καταστήσει αυτή την πρακτική τον κανόνα και όχι την εξαίρεση» λέει η Κασότα.

«Η κλιματική μοντελοποίηση πρέπει να ενσωματωθεί απευθείας στη νομοθεσία» συνεχίζει.

«Οι προϋπολογισμοί άνθρακα –τα ανώτατα όρια εκπομπών που θέτουν οι κυβερνήσεις– πρέπει να αντιμετωπίζονται ως νομικά δεσμευτικά όρια και όχι ως πολιτικές επιδιώξεις. Και οι επιστημονικοί φορείς πρέπει να συμμετέχουν στη νομοθετική διαδικασία από την αρχή, αντί να περιορίζονται στην έκδοση δελτίων Τύπου εκ των υστέρων».

Δεδομένου ότι οι οικονομίες παραμένουν εξαρτημένες από τα ορυκτά καύσιμα, και οι εκπομπές άνθρακα συνεχίζουν να αυξάνονται αντί να μειώνονται, η προτεινόμενη μεταρρύθμιση της νομοθεσίας και οι προσφυγές πολιτών στα δικαστήρια θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό όπλο για την απόδοση κλιματικής δικαιοσύνης.

Είναι μια περίπτωση όπου τα δικαστήρια θα μπορούσαν να σώσουν χιλιάδες ανθρώπινες ζωές.



in.gr