Ο πολυβραβευμένος μάστορας ξύλινων καραβιών και ναυπηγός Θοδωρής Τσίκης είναι ο ρομαντικός διασώστης των πανέμορφων ελληνικών καϊκιών, αλλά και δημιουργός εντυπωσιακών ξύλινων σκαφών

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι και ένα καράβι», έγραφε ο Ελύτης για την τριλογία που αποτελεί την ουσία και το σήμα κατατεθέν της χώρας μας. Γι’ αυτό και τα ξύλινα καράβια που στόλιζαν πάντα τα ελληνικά νερά, βγαλμένα από αξέχαστες ιστορίες και αμέτρητες προσωπικές εικόνες, συμβολίζουν την ουσία της θαλασσινής ιστορίας μας και με πόνο καρδιάς βλέπουμε ότι τείνουν να εξαφανιστούν.

Αυτά τα ωραία κοσμήματα της θάλασσας είναι πια ελάχιστα και μοναχικοί προστάτες τους είναι οι λίγοι ρομαντικοί τεχνίτες – ή μάλλον καλύτερα καλλιτέχνες που εξακολουθούν να ασκούν την τέχνη της ναυπηγοξυλουργικής. Ενας από τους τελευταίους των πιστών εκφραστών της είναι ο Θοδωρής Τσίκης, ο οποίος συνεχίζει την οικογενειακή παράδοση που ήθελε τον παππού του να αφήνει το νησί του, τη Σύμη, με μεγάλη παράδοση στους ξυλοτεχνουργούς των καϊκιών, για να έρθει στην Αθήνα και να εργαστεί στο νεότευκτο τότε ναυπηγείο του Περάματος.

Τα μυστικά της τέχνης μεταφέρθηκαν από τον παππού στον γιο και από εκεί στον εγγονό της οικογένειας Τσίκη, δικαιώνοντας τον μόχθο και την εργασία περισσότερο από έναν αιώνα. Πολλά είναι ως εκ τούτου τα βραβεία που κοσμούν το ράφι του Θοδωρή Τσίκη, του τελευταίου απόγονου μιας ονομαστής οικογένειας, με τελευταίο αυτό που του απονεμήθηκε στη Διεθνή Ρεγκάτα των Σπετσών. Οι αναρτήσεις του, μάλιστα, μετρούν χιλιάδες like και shares από ανθρώπους που ασπάζονται τις βαθιές ανησυχίες του αλλά και τα μοναδικά σκάφη του.

Τα μυστικά μιας τέχνης αιώνων

Φτιάχνοντας και επισκευάζοντας πανέμορφα σκάφη, σαν αυτά που βλέπουμε να δεσπόζουν στις φωτογραφίες του Μακέιμπ και στις ωραίες αναμνήσεις των Ελλήνων που πάντοτε τα συνέδεαν με τη θαλασσινή μας ιστορία, ο Θοδωρής Τσίκης είναι από τους γνήσιους εκφραστές μιας μαστορικής αιώνων, αλλά και από τους τελευταίους σπουδαίους τεχνίτες που έχουν απομείνει στη χώρα μας.

Με αγάπη για την τέχνη του και με μια οικογενειακή ιστορία που μπορεί να γίνει μυθιστόρημα, γραμμένο με ατελείωτες περιπέτειες και ωραία κεφάλαια για την ιστορία της ελληνικής νησιωτικής παράδοσης, ο Τσίκης σηκώνει περήφανα την παντιέρα του προστάτη των ναυπηγοξυλουργών. Ο ρόλος του είναι ακόμα πιο σημαντικός αν υπολογίσεις ότι πια οι πραγματικοί τεχνίτες τείνουν να εξαφανιστούν εξαιτίας εξωγενών παραγόντων. Σε αυτό το ούτως ή άλλως σπάνιο και δύσκολο επάγγελμα, κρίσιμο ρόλο διαδραμάτισε η ευρωπαϊκή κοινοτική οδηγία που έκανε τους περισσότερους ιδιοκτήτες ξύλινων σκαφών να προβούν στην καταστροφή τους.

Και παρότι η Πολιτεία φρόντισε, τα τελευταία χρόνια, να ψηφίσει σχετικές τροπολογίες για την προστασία τους, ελάχιστοι είναι αυτοί που αψηφώντας τις δυσκολίες συνέχισαν να ασκούν με τεράστιο προσωπικό κόστος και επιμονή την τέχνη τους. Ο Θοδωρής Τσίκης είναι ο εκπρόσωπος ενός από τα ελάχιστα ναυπηγεία και καρνάγια όπου φτιάχνονται και επισκευάζονται ξύλινα παραδοσιακά σκάφη με εμμονή στη λεπτομέρεια και με μια σειρά από εντυπωσιακότατα σκάφη να κοσμούν την επίσημη σελίδα του.

Ναυπηγός ο ίδιος, απόφοιτος του ΕΜΠ, φρόντισε να λάβει την επιστημονική κατάρτιση αλλά και να μάθει την τέχνη από τον πατέρα του και τον επίσης ναυπηγοξυλουργό Δημήτρη Ντεβεντέρη. Στη συνέχεια εργάστηκε στο εκσυγχρονισμένο ναυπηγείο του Μανώλη Ψαρρού, αλλά κατάφερε να προχωρήσει στη δημιουργία δικού του χώρου στο Πέραμα, όπου συνεχίζει απτόητος την τέχνη και οικογενειακή παράδοση.

Ευτυχώς, κόντρα στα σημεία των καιρών και τις ντιρεκτίβες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τα ξύλινα σκάφη εξακολουθούν να έχουν ζήτηση από τους λίγους που επιζητούν υψηλή ποιότητα και οι ρομαντικοί όπως ο Τσίκης μπορούν να συνδυάζουν την παραδοσιακή τεχνική με τις σύγχρονες μεθόδους εκσυγχρονίζοντας το επάγγελμα χωρίς να αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των περίτεχνων σκαφών. «Η δουλειά μου είναι δημιουργική και ευχάριστη. Τα καθήκοντά μου, εκτός από το τεχνικό κομμάτι, περιλαμβάνουν και το εμπορικό, το marketing, την επιλογή υλικών, με λίγα λόγια, κάνω τα πάντα», θα πει σε παλαιότερη συνέντευξή του και θα επισημάνει: «Η ξυλοναυπηγική είναι σημαντικό να περνά από γενιά σε γενιά – είναι κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμού από πολύ παλιά και θα συνεχίσει να είναι. Διότι το ξύλινο σκάφος είναι βιώσιμο λόγω της φυσικής προέλευσης της πρώτης ύλης του».

Η συμβουλή που δίνει στους νέους τεχνίτες είναι να αγαπούν πρωτίστως την τέχνη τους, τονίζοντας ότι το επάγγελμα αυτό είναι δημιουργικό και έχει καλές αποδοχές, αλλά χρειάζεται υπομονή: «Αυτό που λέω στους νέους είναι ότι σε αυτό το επάγγελμα χρειάζεται υπομονή. Γιατί το αποτέλεσμα αργεί να έρθει. Η κατασκευή θέλει υπομονή που στο τέλος σε ανταμείβει», υποστηρίζει.

Στο ναυπηγείο του κ. Τσίκη στο Πέραμα η ελληνική παράδοση στην τέχνη της ναυπηγικής και στα ξύλινα σκάφη διατηρείται, αναγεννιέται και εντυπωσιάζει ολόκληρη την υφήλιο, κάτι που αποδεικνύεται και από τις φωτογραφίες ξύλινου σκάφους που κατασκευάστηκε για λογαριασμό Ελληνα ιδιώτη και αναρτήθηκαν στα social media του Wooden Classic Boat με τα like και τα share να πέφτουν βροχή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι γνώστες της συγκεκριμένης τέχνης αποκαλούν τον Τσίκη «Μιχαήλ Αγγελο των ξύλινων σκαφών», χαρακτηρισμός στον οποίο ο ίδιος ανταποκρίνεται με χαμόγελο, παρότι τον θεωρεί υπερβολικό.

Πέρυσι, στα δέκα χρόνια της Διεθνούς Ρεγκάτας των Σπετσών, βραβεύτηκε για το έργο και την προσφορά του στην ελληνική παράδοση της κατασκευής ξύλινων σκαφών, όπως και φέτος τιμήθηκε στο Spetses Classic Yacht Regatta για την ανακατασκευή ενός παλαιού ξύλινου παραδοσιακού σκάφους. Σύμφωνα με τον Τσίκη, παρά τις δυσκολίες και τη σκληρή ευρωπαϊκή νομολογία, ευτυχώς υπάρχει ακόμα σημαντική ζήτηση για την κατασκευή νέων σκαφών, αλλά και την ανακατασκευή παλαιότερων.

Στο ναυπηγείο του κ. Τσίκη στο Πέραμα η ελληνική παράδοση στην τέχνη της ναυπηγικής και στα ξύλινα σκάφη διατηρείται, αναγεννιέται και εντυπωσιάζει ολόκληρη την υφήλιο

Από τον παππού στον εγγονό

Μεγαλωμένος μέσα στο ναυπηγείο του πατέρα του στο Πέραμα, ο Θοδωρής Τσίκης ξέρει τι σημαίνει μοντέρνο ναυπηγείο αλλά και παραδοσιακός ταρσανάς, αυτός που θέλει τους τεχνίτες να πατάνε στα χώματα και το λίπος, να λερώνονται με τα χρώματα και να μαθαίνουν να σέβονται τα μυστικά του ξύλου. Απειρες είναι οι ιστορίες με τις προλήψεις και τα ξόρκια που συνόδευαν την καθέλκυση κάθε καινούριου πλοίου, που τα παλιότερα χρόνια ήταν φτιαγμένο από αυθεντικό ξύλο, έτοιμο να αντέξει τις δυσκολίες στις φουρτουνιασμένες θάλασσες.

Ειδικά το ξύλο της Σύμης, από όπου καταγόταν ο παππούς Θοδωρής και από τον οποίο πήρε το όνομα, την ευλογία και την τέχνη, ήταν το πλέον περιζήτητο, αφού προερχόταν από τα πεύκα της περιοχής και ως ποτισμένο στο ρετσίνι ήταν υψηλής αντοχής και ευκολοδούλευτο. Σε αυτά τα ανθεκτικά σκάφη, τα οποία φόρτωναν κάθε λογής αγαθά συνεχίζοντας μια άγραφη ιστορία εμπόρων που κρατούσε από την Αρχαιότητα με τις λεγόμενες «Σάμαινες», δηλαδή τις εμπορικές διήρεις που κυριαρχούσαν στο Αιγαίο, στηρίχτηκε η οικονομία του νησιού και κατ’ επέκταση της ναυτικής Ελλάδας.

Αλλά ο καημός της θάλασσας έκρυβε και τα δικά της βάσανα, αφού οι περισσότεροι από τους Σαμιώτες μαστόρους ήταν συνήθως πονεμένοι Μικρασιάτες πρόσφυγες. Αυτοί άλλωστε έφτιαξαν το Πέραμα, όπως υπενθύμιζε ο ίδιος ο Τσίκης σε παλιότερη συνέντευξή του. Εκεί δούλεψε και ο παππούς του φτιάχνοντας μικρά αλιευτικά καΐκια και μεταδίδοντας τα μυστικά της τέχνης στον πατέρα του Θοδωρή, τον Μανώλη.

Είναι εκείνος που πήρε με τη σειρά του, ως καλός μάνατζερ εκτός από ικανός τεχνίτης, την πρωτοβουλία να φτιάξει το δικό του ναυπηγείο με την άνοδο του επαγγέλματος το 1971 στο Πέραμα, με σκοπό τη ναυπήγηση, τη συντήρηση ξύλινων παραδοσιακών και σύγχρονων σκαφών καθώς και την ανακατασκευή κλασικών σκαφών.

Ανάμεσα στα βερνίκια, στα πινέλα, στα σφυριά, στα καρφιά, το άφθονο ξύλο και τα εκατομμύρια ροκανίδια περπατούσε και ο μικρός Θοδωρής που βοηθούσε τον πατέρα του και μάθαινε ήδη από την παιδική του ηλικία την τέχνη. Από την ηλικία των 10 ετών επισκέπτεται το ναυπηγείο τις Κυριακές, ενώ τελειώνοντας το Λύκειο και παράλληλα με τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο ασχολείται με τις δουλειές στο ναυπηγείο, το οποίο ήδη έχει αποκτήσει καλή φήμη για τις υπηρεσίες του.

«Οταν τελείωσα το Λύκειο ταυτόχρονα με τις σπουδές μου ήμουν βοηθός. Οταν έφυγε από τη ζωή ο πατέρας μου, το 1997, συνέχισα μόνος μου τη δουλειά», εξηγεί σχετικά. Για εκείνον η ξυλοναυπηγική δεν σήμαινε μόνο παράδοση, αγάπη για την τέχνη και γνώση, αλλά και βαθιά έμφαση στη λεπτομέρεια. Κυρίως όμως στοχαστική επεξεργασία και επιμονή. «Σκέψου πριν αρχίσεις μια δύσκολη δουλειά», γράφει εδώ και χρόνια η ταμπέλα στην είσοδο του χώρου εργασίας, απόδειξη ότι η συγκεκριμένη τέχνη είναι μια δύσκολη υπόθεση, την οποία ο ίδιος διδάχτηκε δίπλα σε έμπειρους τεχνίτες.

«Η τέχνη του καραβομαραγκού μαθαίνεται μέσα από τη δουλειά. Οταν καθόσουν δίπλα σε έναν δάσκαλο ήσουν ο παραγιός και μάθαινες τα εργαλεία, τα υλικά και σιγά-σιγά ξεκινούσες τη δουλειά τουλάχιστον μέχρι τα 25 χρόνια όπου γινόσουν τεχνίτης». Ο ίδιος φρόντισε αφού μάθει την τέχνη να την εκσυγχρονίσει, κάτι στο οποίο βοήθησαν και οι σπουδές του ως ναυπηγού.

Η σκληρή ευρωπαϊκή νομολογία

Ωστόσο, τα σημεία των καιρών δεν είναι καλά καθώς τα ξύλινα σκάφη, εκτός από το υψηλό κόστος, έχουν να αντιμετωπίσουν και τους σκληρούς ευρωπαϊκούς νόμους που δεν δείχνουν να σέβονται την παράδοση και την απαιτητική τέχνη των καραβομαραγκών. Σταδιακά το επάγγελμα που γνώρισε υψηλές δόξες τη δεκαετία του ’70, με τους ταρσανάδες και τα ναυπηγεία να δεσπόζουν σε σκηνές από ελληνικές ταινίες της εποχής, έφτασε πια να αριθμεί μετρημένα στα δάχτυλα ναυπηγεία και λίγους, μετά βίας 30, ταρσανάδες.

Τα πρώτα πλαστικά σκάφη αναψυχής προκάλεσαν την πρώτη σοβαρή κρίση με τη σταδιακή εξάλειψή τους και ο πρόσφατος ευρωπαϊκός κανονισμός οδήγησε στην τελειωτική διάλυσή τους. Ολα ξεκίνησαν με την αρχική ευρωπαϊκή οδηγία του 1991 που δεν έδινε πολλές επιλογές στους επαγγελματίες ψαράδες από την αλλαγή χρήσης του σκάφους, το βύθισμα σε υποδεικνυόμενο σημείο ώστε να μετατραπεί σε τεχνητό ύφαλο ή την καταστροφή του.

Το 2014 αυτή η οδηγία μετατράπηκε σε κανονισμό που απαιτούσε είτε την αλλαγή χρήσης είτε τη διάλυσή τους. Μάλιστα η αποζημίωση που δινόταν για την καταστροφή ήταν τόσο μεγάλη και οι ρήτρες που έβαζαν για την αλλαγή χρήσης τόσο αυστηρές που με βαριά καρδιά οι καραβοκύρηδες προέβησαν, σχεδόν αναγκαστικά, στην καταστροφή των ήδη λίγων καϊκιών.

«Σ’ έπιανε η καρδιά σου να βλέπεις τα καΐκια με τα περήφανα ονόματα κάποιας αγαπημένης να κόβονται στη στεριά», μας έλεγε χαρακτηριστικά πρώην ιδιοκτήτης καϊκιού στο όμορφο νησάκι των Οινουσσών, ένα από τα λίγα μέρη όπου διασώζονται οι παραδοσιακές ξύλινες ψαρότρατες. Οπως πληροφορηθήκαμε, οι εφοπλιστές του νησιού διέθεσαν μεγάλα ποσά για τη διάσωσή τους, αλλά και για τη διατήρηση ενός επαγγέλματος που, όπως φαίνεται, άνθρωποι σαν τον Θοδωρή Τσίκη συνεχίζουν με κόπο, μεράκι και αίμα.

Ετσι, παρά τους καταστροφικούς νόμους, τα αριστουργηματικά εξαίσια σκαριά, έργα της πανέμορφης ελληνικής ναυπηγικής τέχνης, θα εξακολουθήσουν, έστω με δυσκολίες, να διασχίζουν τα καταγάλανα νερά, θυμίζοντας όμορφες σκηνές από παλιές ελληνικές ταινίες, από τις αμέτρητες προφορικές ιστορίες που έχουν διαμορφώσει τις σελίδες της θαλασσινής ιστορίας μας, αλλά και εικόνες από τους πίνακες όπως αυτοί του Κωνσταντίνου Βολανάκη που στολίζουν τα μουσεία και τα αρχοντόσπιτα. Ακριβώς για όλους αυτούς τους λόγους ο Θοδωρής Τσίκης δεν είναι ένας ακόμα ναυπηγός ή καραβομαραγκός, αλλά ένας από τους φάρους της εθνικής μας κληρονομιάς.

Βασίλης Γούλας, Τίνα Μανδηλαρά

protothema.gr



agrinio24.gr