Αν προσπαθήσεις να θυμηθείς πού έπαιζες παιδί, ίσως σου έρθει στον νου μια πλατεία, ένα πεζοδρόμιο, η αυλή μιας πολυκατοικίας. Μέρη που δεν ήταν ακριβώς σπίτι, ούτε σχολείο, αλλά είχαν κάτι από τη δική σου καθημερινή ελευθερία. Σήμερα, πολλά παιδιά περνούν από το ένα οργανωμένο πρόγραμμα στο άλλο, ενώ η γειτονιά συχνά μένει έξω από το παιχνίδι τους. Κι όμως, η παιδική ηλικία χρειάζεται και αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο, τον «τρίτο χώρο»: ένα μέρος όπου μπορείς να συναντήσεις φίλους, να βαρεθείς λίγο, να επινοήσεις κανόνες και να νιώσεις ότι ανήκεις κάπου. Δεν χρειάζεται να είναι οργανωμένη παιδική χαρά. Μερικές φορές αρκεί μια γωνιά που σου επιτρέπει να είσαι παιδί.
Τι είναι ο «τρίτος χώρος» για ένα παιδί;

Ο όρος περιγράφει τα μέρη έξω από το σπίτι και το σχολείο, όπου το παιδί μπορεί να παίξει και να συναντήσει άλλους χωρίς να συμμετέχει σε ένα αυστηρά οργανωμένο πρόγραμμα. Μπορεί να είναι ένα πάρκο, μια πλατεία, ένα πεζοδρόμιο, η αλάνα της γειτονιάς ή ακόμη και η διαδρομή μέχρι το περίπτερο. Η αξία τους δεν βρίσκεται μόνο στον εξοπλισμό, αλλά στις μικρές αποφάσεις που παίρνεις εκεί: με ποιον θα παίξεις, τι παιχνίδι θα σκαρφιστείς, πότε θα αλλάξεις γνώμη. Σε έρευνα με παιδιά 8 έως 13 ετών στο Όκλαντ, τα παιδιά που έπαιζαν κοντά στο σπίτι, σε χώρους πρασίνου, κινούνταν ήπια για περισσότερη ώρα. Όσα έπαιζαν σε σημεία της γειτονιάς, όπως πεζοδρόμια και είσοδοι σπιτιών, έκαναν συχνότερα πιο έντονο παιχνίδι, όπως τρέξιμο.
Γιατί λιγοστεύει ο χώρος της ελεύθερης εξερεύνησης;
Δεν φταίει ένας μόνο λόγος. Η κυκλοφορία, οι μεγάλες αποστάσεις, η έλλειψη ασφαλών πεζοδρομίων και η ανάγκη να συνοδεύεις το παιδί κάνουν την αυθόρμητη έξοδο πιο δύσκολη. Προστίθενται τα γεμάτα απογεύματα, με δραστηριότητες που μπορεί να είναι πολύτιμες, αλλά αφήνουν λιγότερο χρόνο για παιχνίδι χωρίς πρόγραμμα. Έτσι, η γειτονιά γίνεται συχνά ένας χώρος που διασχίζεις στο πίσω κάθισμα, αντί να τον γνωρίσεις με τα πόδια. Και κάπως έτσι, το «πάω να δω ποιος είναι έξω» αντικαθίσταται από το «ποιος μπορεί να με πάει;». Το ερώτημα δεν αφορά μόνο την ανεξαρτησία, αλλά και το αν η πόλη χωρά πραγματικά τα παιδιά.
Τι κερδίζεις όταν το παιδί παίζει κοντά στο σπίτι;


Στον ελεύθερο χρόνο με συνομηλίκους, μαθαίνεις να συνεννοείσαι, να περιμένεις τη σειρά σου, να διαφωνείς και να ξαναμπαίνεις στο παιχνίδι μετά από μια μικρή σύγκρουση. Εξασκείς την κρίση σου, δοκιμάζεις τα όριά σου και παίρνεις πρωτοβουλίες χωρίς να υπάρχει κάθε φορά ένας ενήλικας που δίνει οδηγίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεσαι απουσία φροντίδας ή αδιαφορία για την ασφάλεια. Χρειάζεσαι έναν χώρο αρκετά ασφαλή και προσβάσιμο, ώστε να μπορείς, ανάλογα με την ηλικία σου, να κινηθείς με λίγη περισσότερη αυτονομία. Μελέτες καταγράφουν ότι οι κοντινοί δημόσιοι χώροι παιχνιδιού συνδέονται με τη σωματική δραστηριότητα, ενώ η αίσθηση ότι η γειτονιά συνδέεται καλά ενθαρρύνει το παιχνίδι έξω.
Αν αναρωτιέσαι πού παίζουν τα παιδιά όταν δεν είναι σπίτι ή σχολείο, η απάντηση δεν είναι μόνο «στο πάρκο». Είναι και στους δρόμους που μπορείς να περπατήσεις με ασφάλεια, στις πλατείες που δεν σε διώχνουν επειδή κάνεις φασαρία, στους δημόσιους χώρους που δεν απαιτούν εισιτήριο ή κατανάλωση. Κι αν είσαι γονιός, μπορείς να ξεκινήσεις από κάτι απλό: να παρατηρήσεις ποια σημεία της γειτονιάς προσφέρουν στο παιδί χώρο να κινηθεί, να συναντηθεί και να παίξει. Η παιδική ηλικία δεν χρειάζεται άλλη μία δραστηριότητα στο ημερολόγιο. Χρειάζεται και λίγο χώρο για το απρόβλεπτο, εκεί όπου μια διαδρομή για ψωμί μπορεί να γίνει περιπέτεια και μια άδεια πλατεία να αποκτήσει ξαφνικά πρωταγωνιστές.
Κεντρική εικόνα και εικόνες άρθρου: iStock






