Αν υπάρχει ένα θέμα που μπορεί να κάνει μια νέα μαμά να αμφιβάλλει για τον εαυτό της, αυτό είναι ο θηλασμός. Κάποια στιγμή, ανάμεσα στις νυχτερινές αφυπνίσεις, στα πρώτα γεύματα και στις συμβουλές που καταφθάνουν από κάθε κατεύθυνση, εμφανίζεται και η μεγάλη ερώτηση: «Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσω;». Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει ημερολόγιο που να χτυπάει συναγερμό ούτε κάποια μαγική ηλικία που να σηματοδοτεί το τέλος του θηλασμού. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό, κάθε μητέρα έχει τις δικές της ανάγκες και κάθε οικογένεια βρίσκει τον δικό της ρυθμό. Αυτό που συχνά ξεχνάμε είναι ότι ο θηλασμός δεν αφορά μόνο τη διατροφή. Είναι μια σχέση, μια καθημερινή συνήθεια, μια μορφή επικοινωνίας και παρηγοριάς. Γι’ αυτό και η απόφαση να ολοκληρωθεί δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε αριθμούς ή γενικούς κανόνες. Χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τόσο το παιδί όσο και εσένα.

Τι λένε οι ειδικοί για τη διάρκεια του θηλασμού

Οι διεθνείς οργανισμοί υγείας συμφωνούν ότι ο αποκλειστικός θηλασμός κατά τους πρώτους έξι μήνες ζωής προσφέρει σημαντικά οφέλη για το βρέφος. Από εκεί και πέρα, η εισαγωγή στερεών τροφών δεν σημαίνει απαραίτητα και το τέλος του θηλασμού. Αντίθετα, ο θηλασμός μπορεί να συνεχιστεί παράλληλα με τα γεύματα για όσο διάστημα το επιθυμούν και οι δύο πλευρές. Πολλά παιδιά μειώνουν φυσικά τη συχνότητα των θηλασμών μετά τον πρώτο χρόνο, ενώ κάποια συνεχίζουν για αρκετό καιρό ακόμη. Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα ούτε ένδειξη ότι κάτι γίνεται λάθος. Το μητρικό γάλα εξακολουθεί να προσφέρει θρεπτικά συστατικά και ανοσολογική προστασία, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως ένας ασφαλής τρόπος σύνδεσης ανάμεσα στη μητέρα και το παιδί. Η διάρκεια του θηλασμού δεν είναι αγώνας αντοχής ούτε διαγωνισμός επιτυχίας. Είναι μια προσωπική διαδρομή που εξελίσσεται διαφορετικά σε κάθε σπίτι.

Όταν το παιδί αρχίζει να δείχνει τον δρόμο

Υπάρχουν παιδιά που κάποια στιγμή αρχίζουν να απομακρύνονται μόνα τους από τον θηλασμό. Δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το φαγητό, αποσπώνται εύκολα, χάνουν σταδιακά την ανάγκη για συχνούς θηλασμούς και μειώνουν φυσικά τη διάρκεια ή τη συχνότητά τους. Αυτή η διαδικασία ονομάζεται συχνά φυσικός αποθηλασμός και μπορεί να συμβεί χωρίς ιδιαίτερη παρέμβαση. Δεν έρχεται όμως σε όλα τα παιδιά την ίδια στιγμή. Ένα νήπιο μπορεί να συνεχίζει να αναζητά τον θηλασμό όχι επειδή πεινάει, αλλά επειδή τον συνδέει με ασφάλεια, ξεκούραση και τρυφερότητα. Αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Αν παρατηρείς ότι το παιδί δείχνει όλο και λιγότερο ενδιαφέρον, ίσως η μετάβαση γίνει πιο εύκολα. Αν πάλι εξακολουθεί να τον αναζητά έντονα, η διαδικασία μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο και περισσότερη υπομονή. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος, υπάρχει μόνο ο ρυθμός του δικού σας δεσμού.

Η μητέρα μετράει εξίσου

Υπάρχει μια λεπτομέρεια που συχνά χάνεται μέσα στις συζητήσεις για τον θηλασμό. Δεν έχει σημασία μόνο τι θέλει το παιδί. Σημασία έχει και πώς νιώθεις εσύ. Αν ο θηλασμός εξακολουθεί να είναι μια εμπειρία που σου προσφέρει χαρά και σύνδεση, δεν υπάρχει λόγος να βιαστείς. Αν όμως νιώθεις εξάντληση, πίεση ή ότι επηρεάζεται η ψυχική σου ισορροπία, τότε η δική σου ανάγκη αξίζει την ίδια προσοχή. Η απόφαση για αποθηλασμό δεν είναι εγωιστική ούτε ένδειξη αποτυχίας. Είναι μια φυσιολογική επιλογή μέσα στη γονεϊκότητα. Οι ειδικοί μάλιστα επισημαίνουν ότι η μετάβαση καλό είναι να γίνεται σταδιακά, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή γάλακτος είναι αυξημένη, ώστε να αποφευχθούν ενοχλήσεις και επιπλοκές. Πολλές μητέρες ανακαλύπτουν ότι η διαδικασία γίνεται πιο ομαλή όταν μειώνουν αργά τους θηλασμούς και δίνουν χρόνο τόσο στο σώμα τους όσο και στο παιδί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα.

Ο θηλασμός ξεκινά με το γάλα, αλλά σπάνια αφορά μόνο το γάλα. Γι’ αυτό και το τέλος του δεν καθορίζεται από μια ημερομηνία στο ημερολόγιο ούτε από τη γνώμη των άλλων. Η σωστή στιγμή είναι εκείνη που ταιριάζει στη δική σου οικογένεια, στις ανάγκες του παιδιού σου και στη δική σου καθημερινότητα. Κάποιες μητέρες σταματούν στους έξι μήνες, άλλες στον έναν χρόνο και άλλες πολύ αργότερα. Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι πιο σωστή από τις υπόλοιπες όταν έχει ληφθεί με ενημέρωση, αγάπη και σεβασμό. Αν αισθάνεσαι αβεβαιότητα, συζήτησέ το με τον παιδίατρο ή έναν σύμβουλο γαλουχίας. Κυρίως όμως άκου τον εαυτό σου. Μέσα στον θόρυβο των συμβουλών και των απόψεων, η δική σου φωνή είναι αυτή που γνωρίζει καλύτερα τι χρειάζεται το παιδί σου και τι χρειάζεσαι εσύ.

Κεντρική εικόνα και εικόνα άρθρου: iStock



Πηγή