Καθησυχαστική εμφανίστηκε η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη μιλώντας για το Εθνικό Απολυτήριο, καθώς όπως τόνισε τίποτα δεν πρόκειται να γίνει αιφνιδιαστικά και σημείωσε πως είναι μια συνολική μεταρρύθμιση και όχι για μεμονωμένη παρέμβαση, επισημαίνοντας πως «δεν αποτελεί μια αποσπασματική αλλαγή στο Λύκειο αλλά μέρος μιας ευρύτερης εκπαιδευτικής αλλαγής που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του σχολείου μας».

Η Σοφία Ζαχαράκη σε συνέντευξή της στο Έθνος σημείωσε πως: «Το Εθνικό Απολυτήριο δεν αποτελεί μια αποσπασματική αλλαγή στο Λύκειο αλλά μέρος μιας ευρύτερης εκπαιδευτικής αλλαγής που αφορά τον ίδιο τον πυρήνα του σχολείου μας. Το πώς μαθαίνουν τα παιδιά μας, πώς αξιολογούνται και πως προχωρούν στην επόμενη μεγάλη τους διαδρομή».

«Με το Εθνικό Απολυτήριο, το οποίο βρίσκεται στην “καρδιά” του εθνικού διαλόγου που είναι ήδη σε εξέλιξη, θέλουμε να υπερβούμε τη μονοδιάστατη λογική της εξετασιοκεντρικής πίεσης και να γίνει ο πραγματικός “καθρέφτης” της συνολικής αξιοσύνης ενός μαθητή. Ένα σύστημα που θα συνδυάζει την καθημερινή μαθησιακή προσπάθεια, την πρόοδο και τις δεξιότητες των μαθητών με αξιόπιστα και συγκρίσιμα στοιχεία αξιολόγησης σε εθνικό επίπεδο. Στόχος μας είναι ένα απολυτήριο που θα αποτελεί πραγματικό “διαβατήριο” – τόσο για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση όσο και για την ομαλή μετάβαση στην αγορά εργασίας και τη διά βίου μάθηση».

«Και θέλω να το πω ξεκάθαρα: καμία αλλαγή δεν θα γίνει βιαστικά ή αιφνιδιαστικά. Ό,τι ουσιαστικό προκύψει από αυτή την προσπάθεια, θα βασίζεται στον διάλογο, με το σύνολο της εκπαιδευτικής κοινότητας – εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς, πανεπιστήμια και πολιτικές δυνάμεις. Οι επόμενοι μήνες αυτού του εθνικού διαλόγου θέλουμε να καταλήξουν σε μια ουσιαστική μεταρρύθμιση που θα δίνει πραγματική ουσία στη σχολική τους διαδρομή, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τους μαθητές και τις μαθήτριες.

Ήδη εξετάζεται η μείωση της εξεταστέας ύλης και των μαθημάτων, ακριβώς γιατί στόχος μας είναι ένα σχολείο πιο δίκαιο, πιο ουσιαστικό και πιο ανθρώπινο».

Σχετικά με τα δημόσια πανεπιστήμια σημείωσε πως: «Από το 2019 όταν αναλάβαμε την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας, μέχρι σήμερα, υλοποιούμε τη μεγαλύτερη και πιο συνεκτική επιχείρηση στήριξης και αναβάθμισης των ελληνικών ΑΕΙ των τελευταίων δεκαετιών. Τα αποτελέσματα είναι συγκεκριμένα και μετρήσιμα σε όλα τα επίπεδα. Αυξημένη χρηματοδότηση μέσα από τον Τακτικό προϋπολογισμό, το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, σημαντικά έργα υποδομής και ψηφιοποίησης, περισσότερες θέσεις διοικητικού προσωπικού και μελών ΔΕΠ, αλλά και στοχευμένες επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία και την εξωστρέφεια, αποδεικνύουμε στην πράξη την βαθιά πίστη της κυβέρνησής μας στη δυναμική της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης.

Για να γίνω ακόμη πιο συγκεκριμένη: για το 2026 προβλέπεται επιχορήγηση περίπου 120 εκατ. ευρώ για τη λειτουργία των ΑΕΙ, ενώ συνολικά από το 2019 η χρηματοδότηση έχει αυξηθεί κατά 1,5 δισ. ευρώ στο σύνολο των χρηματοδοτικών εργαλείων. Παράλληλα, επενδύουμε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ για τη δημιουργία νέων και την αναβάθμιση υφιστάμενων φοιτητικών εστιών, εκσυγχρονισμό των εργαστηρίων και ευρύτερα των υποδομών. Η ποιότητα των σπουδών συνδέεται άμεσα με την ποιοτική και ασφαλή καθημερινότητα των φοιτητών μας.

Ενισχύουμε το ανθρώπινο δυναμικό με νέες θέσεις ΔΕΠ, διδακτικού, εργαστηριακού και διοικητικού προσωπικού, επειδή η ακαδημαϊκή ποιότητα ξεκινά από τους ανθρώπους του Πανεπιστημίου. Ταυτόχρονα, όμως αλλάζουμε κάτι ουσιαστικότερο: τη σύνδεση της γνώσης με τις σύγχρονες δεξιότητες που απαιτεί όχι απλώς η αγορά εργασίας αλλά η ίδια η ζωή.

Κεντρικός άξονας των παρεμβάσεων μας είναι η διεθνοποίηση της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίζει να είναι μια χώρα που «εξάγει» φοιτητές αλλά είναι ανάγκη να εξελιχθεί σε χώρα που προσελκύει – σε ένα κόμβο ακαδημαϊκής προσέλκυσης και κέντρο εκπαίδευσης, έρευνας και καινοτομίας, όπως έχει τονίσει ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης.

Ήδη αξιολογούνται 74 κοινά και διπλά μεταπτυχιακά προγράμματα με κορυφαία πανεπιστήμια του εξωτερικού, έχουμε περισσότερα ξενόγλωσσα προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα από ποτέ, αναπτύσσονται στρατηγικές συνεργασίες με ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια και ενισχύονται διαρκώς τα προγράμματα κινητικότητας όπως το Erasmus+, που αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο διεθνούς εμπειρίας για χιλιάδες φοιτητές και μέλη ΔΕΠ. Πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε η επανένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στο Erasmus+ από το 2027, κι αυτό ανοίγει ξανά έναν νέο διάδρομο.

Η Ελλάδα μετατρέπεται βήμα-βήμα σε περιφερειακό και ελπίζουμε στο μέλλον σε διεθνές κέντρο γνώσης. Για πρώτη φορά τα πανεπιστήμιά μας δεν «συμμετέχουν» απλώς στον διεθνή ακαδημαϊκό χάρτη – διεκδικούν ρόλο «πρωταγωνιστή» σε αυτόν. Κι αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που κερδίζουμε: ένα ισχυρό δημόσιο πανεπιστήμιο που ανοίγεται στον κόσμο, που δεν φοβάται τον ανταγωνισμό αλλά τον μετατρέπει σε ευκαιρία – για τους φοιτητές του, τους καθηγητές και τελικά για την ίδια τη χώρα».

Τέλος μίλησε και για το άρθρο 16 λέγοντας πως: «Ο νόμος για τα μη κρατικά πανεπιστήμια αποδεικνύεται στην πράξη ότι αποτελεί μια ιστορική πρωτοβουλία της Κυβέρνησής μας. Την Πέμπτη, μαζί με τον Πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας βρεθήκαμε για τα εγκαίνια εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας στην Αθήνα (UNIC Athens). Τολμώ να πω ότι η πρόοδος της πρωτοβουλίας, καθρεφτίζει ακριβώς ότι σκεφτόμασταν ως κυβέρνηση όταν καθιερώσαμε νομοθετικά τη δυνατότητα ίδρυσης παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στη χώρα μας: ιδρύματα υψηλών ακαδημαϊκών προδιαγραφών με πιστοποίηση από την Εθνική Αρχή Ανώτατη Εκπαίδευσης (ΕΘΑΕ), σύγχρονες υποδομές και προσωπικό υψηλών προσόντων.

Αυτή τη στιγμή έχουμε ήδη τέσσερα αδειοδοτημένα μη κρατικά πανεπιστήμια, ενώ αξιολογούνται από την ΕΘΑΕ ακόμα δέκα αιτήσεις για τη λειτουργία νέων παραρτημάτων. Το ενδιαφέρον αντιλαμβάνεστε πως είναι υψηλό – και αυτό δεν είναι τυχαίο. Δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε ότι ακόμη και σήμερα χιλιάδες ελληνικές οικογένειες αναγκάζονται να στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό, δαπανώντας τεράστια ποσά, ενώ η Ελλάδα εξάγει επιστημονικό δυναμικό αντί να το κρατά και να το αξιοποιεί εδώ. Αυτό ακριβώς επιδιώκουμε να αλλάξει. Η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει να εκπαιδεύει τα παιδιά της, για να τα χάνει την επόμενη μέρα .

Είμαστε σίγουροι ότι από κοινού τα μη κρατικά και το ισχυρό και αναβαθμισμένο δημόσιο Πανεπιστήμιο θα συμβάλλουν όχι μόνο να έχουν τα παιδιά μας περισσότερες επιλογές αλλά να χτίσουμε τις βάσεις ώστε η Ελλάδα να καλύψει μεγάλο μέρος από την αυξανόμενη διεθνή ζήτηση. Χιλιάδες νέα παιδιά από το εξωτερικό, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, αναζητούν ποιοτικές σπουδές σε χώρες που συνδυάζουν ακαδημαϊκή ποιότητα με ποιότητα ζωής.

Η αναθεώρηση του άρθρου 16 είναι το επόμενο βήμα που θα ολοκληρώσει το πλαίσιο. Η δε θέση μας παραμένει καθαρή, σταθερή στον χρόνο και βαθιά μεταρρυθμιστική. Ενισχύουμε στην πράξη και κάθε μέρα το δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά ταυτόχρονα ανοίγουμε το σύστημα, γιατί πιστεύουμε ότι η γνώση δεν πρέπει να φοβάται τον ανταγωνισμό, ούτε τα πανεπιστημιακά ιδρύματα νιώθουν κάποια απειλή. Και, από την πολύμηνη και στενή συνεργασία με τις πρυτανικές αρχές, βλέπω όχι μόνο αυτοπεποίθηση για αυτά που προσφέρει το δημόσιο πανεπιστήμιο αλλά και μια διάθεση ευγενούς άμιλλας και ανταγωνισμού. Είμαι πεπεισμένη ότι το δημόσιο πανεπιστήμιο θα πετύχει ακόμη περισσότερα μέσα απ΄αυτό τον ανταγωνισμό. Μάλιστα πρόσφατα στο Φόρουμ των Δελφών, με μεγάλη χαρά και περηφάνεια, άκουσα τον πρύτανη του ΑΠΘ, του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας, να λέει ότι μαζί δημόσια και μη κρατικά πανεπιστήμια θα κάνουμε την Ελλάδα αυτό που ήταν από την αρχαιότητα. Κέντρο γνώσης και καινοτομίας.

Τι περιλαμβάνει η πρότασή μας για το άρθρο 16; Συνταγματική κατοχύρωση της δυνατότητας λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, με αυστηρή εποπτεία, με υψηλές ακαδημαϊκές προδιαγραφές, διαφάνεια, αξιολόγηση και πλήρη λογοδοσία. Και κάτι τελευταίο, η πολιτική συζήτηση αυτή τη φορά θα διεξαχθεί μέσα σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο χωρίς περιθώρια για «ναι μεν αλλά», τουλάχιστον από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης».



Πηγή