Το νέο πρωτάθλημα της Basket League ή αλλιώς της πάλαι ποτέ Α1 Μπάσκετ των Ανδρών, κάνει το πρώτο του τζάμπολ για τη νέα σεζόν, έχοντας ως βασικό αστερίσκο την απουσία του Ολυμπιακού. Αν και σε καμία περίπτωση το ελληνικό μπάσκετ δεν έχει πλέον τη λάμψη του παρελθόντος, παρόλα αυτά η 1η αγωνιστική περιλαμβάνει δύο μεγάλα ντέρμπι, Παναθηναϊκός-ΑΕΚ και Άρης-ΠΑΟΚ.

Τόσο η εξέλιξη με τους «ερυθρόλευκους» όσο (και κυρίως) η διαφορά που απέκτησαν από τους υπόλοιπους οι δύο «αιώνιοι» με το πέρασμα των χρόνων, ιδίως λόγω της συμμετοχής τους στο κλειστό κλαμπ της Euroleague -ένα φαινόμενο που δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά απασχολεί τους παράγοντες του αθλήματος σε όλες τις μεγάλες Λίγκες στη γηραιά ήπειρο, δημιούργησε νέα δεδομένα, σε έναν χώρο που τα προηγούμενα χρόνια ο ανταγωνισμός ήταν πολύ πιο έντονος.

Ειδικά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, αλλά και στις αρχές της νέας χιλιετηρίδας, το μπάσκετ στην Ελλάδα είχε πολύ διαφορετική μορφή. Πλέον, φαντάζει απίθανο ακόμη και ο τελευταίος να κοιτάξει… στα μάτια τους «γίγαντες». Τότε, όμως, οι «μικροί» είχαν στις τάξεις τους κάποιους παίκτες που μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά. Με το πέρασμα των χρόνων και με την αύξηση των επιτρεπόμενων ξένων παικτών (κάτι που ευνοεί τους ισχυρούς), η Α1 αποτέλεσε το ζενίθ και ταυτόχρονα… καταδίκη για πολλούς συλλόγους, που μετά τον υποβιβασμό τους στην Α2 είτε έκαναν «ελεύθερη πτώση», είτε διαλύθηκαν οικονομικά.

Ελάχιστα σωματεία που οι φίλαθλοι θαύμασαν στο παρελθόν έχουν αντέξει σε πρωταγωνιστικό ρόλο, ή βρήκαν αποθέματα να μείνουν… στη ζωή. Ωστόσο, άφησαν κάποιες σπουδαίες αναμνήσεις από σπουδαίους μπασκετμπολίστες που έφεραν και θα μνημονεύονται για τα επόμενα χρόνια. Με λίγο «στύψιμο» του μυαλού επιχειρήσαμε ένα νοσταλγικό flashback και επιλέξαμε τους κορυφαίους.

Αλφόνσο Φορντ: Παπάγου, Σπόρτινγκ, Περιστέρι, Ολυμπιακός

Μια τέτοια αναφορά δεν θα μπορούσε να μην ξεκινήσει από τον Αλφόνσο Φορντ. Ήδη από τα κολεγιακά του χρόνια έδειξε τι μπορεί να κάνει με την «σπυριάρα», καθώς έγινε ο πρώτος παίκτης όλων των εποχών στο NCAA που ολοκλήρωσε και τις τέσσερις σεζόν με πάνω από 25 πόντους μέσο όρο. Το NBA ήταν η φυσική συνέχεια με τους Φιλάδέλφια Σίξερς και τους Σιάτλ Σούπερ Σόνικς, ενώ ακολούθησε το CBA. Αφού έκανε ένα πέρασμα από την Ισπανία και την ταπεινή Πένιας Ουέσκα, τη σεζόν 1996-97 ήρθε στην Ελλάδα. Η ομάδα που τον «έκλεισε» ήταν αυτή του Παπάγου.

Την επόμενη περίοδο αγωνίστηκε για λίγα παιχνίδια στην Τουρκία, αφού τον Αύγουστο του 1997 διαγνώσθηκε για πρώτη φορά με λευχαιμία. Τη σεζόν 1998-99 επέστρεψε στη χώρα μας για να αγωνιστεί στον Σπόρτιγκ, ενώ ακολούθησε η διετία 1999-2001 στο Περιστέρι, με το οποίο αγωνίστηκε και στην Ευρωλίγκα. Τη σεζόν 2000-01 αναδείχθηκε MVP στην Α1 και αποκτήθηκε από τον Ολυμπιακό.

Ανακηρύχθηκε δυο φορές πρώτος σκόρερ της Euroleague, ενώ το διάστημα που έπαιξε στην Ελλάδα, πριν πάει στην Ιταλία για τις Σιένα και Σκαβολίνι, απέσπασε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ της Α1 τέσσερις φορές (1996-97 με 23,9 πόντους μ.ο., 1998-99 με και 1999-2000 με 22,7 πόντους μ.ο. και 2000-01 με 24,1 πόντους μ.ο.). Η τελευταία ομάδα της καριέρας του ήταν αυτή του Πέζαρο, λίγο πριν η ασθένεια σταματήσει την ξέφρενη πορεία του στα παρκέ. Έχασε τη ζωή του σε ηλικία 33 ετών στις 4 Σεπτεμβρίου του 2004, σε νοσοκομείο του Μέμφις, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την ανακοίνωση της ασθένειά του.

Ρίτσαρντ Ρέλφορντ: ΑΕΚ (μόλις δύο μήνες), Δάφνη, Παγκράτι, Ηράκλειο

Ένας από τους μεγάλους σκόρερ του παρελθόντος, ήταν ο Ρίτσαρντ Ρέλφορντ. Αν και δεν έκανε πολλά στις ΗΠΑ, με ένα μικρό πέρασμα από τους Σαν Αντόνιο Σπερς το 1988 σε επίπεδο NBA, όταν ήρθε στην Ευρώπη (μικρό πέρασμα από το Ισραήλ) και στη συνέχεια στην Ελλάδα άρχισε να δείχνει τον… πραγματικό του μπασκετικό εαυτό. Αρχικά έπαιξε στην ΑΕΚ το 1990, αλλά μόλις για δύο μήνες και συνέχισε τα πολλά ταξίδια στην καριέρα του.

Ο Αμερικανός επέστρεψε στη χώρας μας την περίοδο 1992-93 για λογαριασμό της Δάφνης και άφησε τους πάντες ενεούς. Με 27,8 πόντους και 9 ριμπάουντ μέσο όρο, έγινε ο πρώτος παίκτης από τις ΗΠΑ που αναδείχθηκε κορυφαίος σκόρερ στην Α1. Αν και κοντός για «τεσσάρι», μόλις 198 εκατοστά και γεματούλης, ήταν μια ανίκητη δύναμη κοντά στο καλάθι, ενώ και από μέση απόσταση ήταν… δολοφόνος.

Ακολούθησε το Παγκράτι τη σεζόν 1994-95, αφού πρώτα έκανε ακόμη ένα πέρασμα από το Ισραήλ με 23,7 πόντους και 9,7 ριμπάουντ μέσο όρο, ενώ και στο Ηράκλειο έκανε τα ίδια, με 24,8 πόντους και 6,4 ριμπάουντ μέσο όρο. Όταν έφυγε από την Ελλάδα έπαιξε για λίγο και στην Κύπρο και σταμάτησε την περιπλάνησή του στη Λατινική Αμερική.

Μίτσελ Ουίγκινς, Μίλωνας, Σπόρτινγκ, Πανιώνιος

Ο Μίτσελ Ουίγκινς δεν ήταν απλά ένας ακόμη Αμερικανός που έπαιξε στο ελληνικό πρωτάθλημα, Ο άλλοτε συμπαίκτης του Χακίμ Ολάζουον και φιναλίστ των πλέι οφ του ΝΒΑ με τους Χιούστον Ρόκετς τη σεζόν 1985-86 έκανε μεγάλη καριέρα στο κορυφαίο πρωτάθλημα μπάσκετ του κόσμου. Και εάν δεν ήταν ο «δαίμονας» των ουσιών, δύσκολα θα ερχόταν στην Ελλάδα και μάλιστα για ομάδες που δεν συγκαταλέγονται στις κορυφαίες της χώρας.

Αποφοίτησε από το κολλέγιο της Φλόριντα και το 1983 επιλέχθηκε στα drafts από τους Ιντιάνα Πέισερς. Κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στο Μουντομπάσκετ 1982 με τις ΗΠΑ, ενώ έπαιξε σε Σικάγο Μπουλς, Φιλαδέλφια Σίξερς και φυσικά στην ομάδα του Τέξας. Επίσης, είχε κάποια περάσματα από το CBA. Στα μέρη μας ήρθε στα 34 του για τον Μίλωνα, ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της Α1 με 31,3 πόντους μέσο όρο. Στη συνέχεια πήγε στον Σπόρτιγκ, στον οποίο ήταν ο απόλυτος ηγέτης και η παρουσία του οδήγησε την ομάδα των Πατησίων στην Ευρώπη.

Κέρδισε ξανά τον τίτλο του πρώτου σκόρερ της Α1 την περίοδο 1995-96 με 29,5 πόντους μέσο όρο, ενώ θα μπορούσε να κάνει κάτι ανάλογο και την προηγούμενη σεζόν, εάν δεν υπήρχε ο Γουόλτερ Μπέρι -με τη φανέλα του Ηρακλή τότε. Πήγε ξανά στον Πανιώνιο (1996-97) και γύρισε πάλι στον Σπόρτινγκ (1997-98), ωστόσο δεν έκλεισε την καριέρα του στα μέρη μας.

Τζεφ Μαλόουν: ΒΑΟ

Ο Τζεφ Μαλόουν είναι ο λιγότερο γνωστός από τους τρεις με αυτό το επώνυμο που δέσποζαν στα παρκέ του NBA τις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90. Και μπορεί να στερείται λάμψης σε σχέση με τους Καρλ και Μόουζες, δεν παύει να είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα που πέρασαν ποτέ τον Ατλαντικό για να έρθουν στη γηραιά ήπειρο και μάλιστα για μια ομάδα που… δεν γέμιζε το μάτι, τον ΒΑΟ.

Ξεκίνησε την καριέρα του στο NBA με τους Ουάσιγκτον Μπούλετς, με τους οποίους αγωνίστηκε εκεί για επτά σεζόν (1983-90), όντας πάντα με διψήφιο μέσο όρο πόντων, τις πέντε με πάνω από 20. Ακολούθησαν οι Γιουτα Τζαζ (1990-94), με το σκοράρισμα να μην σταματάει, όντας πάντα διψήφιος, μια τριετία στη Φιλαδέλφεια για λογαριασμό των Σίξερς (1993-95) και μια στους Μαϊάμι Χιτ.

Στη συνέχεια ήρθε η Θεσσαλονίκη. Αν αναλογιστεί κανείς την ομάδα που πήγε, ίσως να πρόκειται για το μεγαλύτερο «colpo grosso» στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Άλλωστε, ήταν ένας παίκτης με μέσο όρο 19 πόντους σε 13 σεζόν στο NBA. Στον ΒΑΟ είχε συμπαίκτη τον Αιγύπτιο Σαμίρ Γκούντα, πρώτο ριμπάουντερ και μπλοκέρ της Α1 τη σεζόν 1996-97. Αν και στο τέλος δεν αποφεύχθηκε ο υποβιβασμός, γράφτηκε στην ιστορία η μεγάλη νίκη (80-79) επί του Ολυμπιακού, που εκείνη τη σεζόν κατέκτησε το triple-crown.

Μπάιρον Ντίνκινς: Πανιώνιος, Παναθηναϊκός, Ηρακλής, Περιστέρι

Ένας ακόμη NBAer που ήρθε στην Ελλάδα, αρχικά όχι για κάποιον από τους λεγόμενους «μεγάλους», αν και η ομάδα που τον έφερε στα μέρη μας ήταν από τις κορυφαίες εκείνης της περιόδου. Από το πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, ο Μπάιρον Ντίνκινς στη συνέχεια έπαιξε σε Χιούστον Ρόκετς, Σαν Αντόνιο Σπερς και Ιντιάνα Πέισερς -όχι με τρομερά στατιστικά.

Αφού έκανε το όνειρο κάθε μπασκετμπολίστα στις ΗΠΑ πραγματικότητα, στη συνέχεια έγραψε ιστορία στα ελληνικά παρκέ, αρχικά με τον Πανιώνιο (1995-96) και μετά με τους Παναθηναϊκό (1996-97), Ηρακλή (1998-2000) και Περιστερίου (2000-02). Το διάστημα αυτό αναδείχθηκε τρεις φορές κορυφαίος πασέρ της Α1, το 1996 με τους «κυανέρυθρους», το 1997 με τους «πράσινους» και το 2000 με τους «κυανόλευκους». Αφού έκανε ένα πέρασμα και από την Κύπρο, έκλεισε την καριέρα του το 2005 στη χώρα του.

Μέλβιν Τσίτουμ: Δάφνη, Λάρισα, Περιστέρι

O Mέλβιν Τσίτουμ, που έπαιζε στις θέσεις «3» και «4» ήταν ένας από τους πιο αθλητικούς παίκτες που είδαν οι Έλληνες φίλαθλοι. Ξεκίνησε το μπάσκετ στο κολέγιο της Αλαμπάμα, όμως οι ΗΠΑ δεν του πήγαν πολύ και το 1991 πέρασε τον Ατλαντικό για λογαριασμό της Δάφνης. Την πρώτη του σεζόν τελείωσε με 26,5 πόντους μέσο όρο και 12,5 ριμπάουντ, ενώ αφού πήγε στη Μούρθια επέστρεψε στη χώρα μας τη διετία 1993-1995 με τη φανέλα της Λάρισας.

Συνέχισε τα… όργια (25,3 πόντους και 11,4 ριμπάουντ μ.ο. τη δεύτερη χρονιά του εκεί), για να ακολουθήσει το Περιστέρι (1995-97). Εκεί βρήκε τον Πριστ Λότερντέιλ, με τον οποίο συνέθεσαν ένα εξαιρετικό δίδυμο ψηλών την πρώτη σεζόν, ενώ ίδιο έργο ακολούθησε και με τον Μάρλον Μάξεϊ τη δεύτερη. Με την ομάδα των δυτικών προαστίων έπαιξε σε 67 παιχνίδια και σημείωσε πάνω από 1.000 πόντους, ενώ μάζεψε πάνω από 500 ριμπάουντ. Έπειτα από τη Γαλλία και την Παρί, ακολούθησαν Τουρκία και Ούλκερ, στην τελευταία του καλή σεζόν, αφού μετά περιπλανήθηκε σε Φιλιππίνες, Άγιο Δομίνικο και Βέλγιο.

Πριστ Λόντερντεϊλ, Περιστέρι

Ξεκίνησε επαγγελματικά (1995-96) στην μπασκετομάνα που λέγεται Περιστέρι, ερχόμενος από το πανεπιστήμιο Σέντραλ Στέιτ του Οχάιο. Με ύψος 2,24 μέτρα ήταν ο ιδανικός για να πλαισιώσει στη φροντ λάιν τον Μέλβιν Τσίτουμ. Αυτή η χρονιά του έδωσε μια θέση στα drafts του 1996 με τους Ατλάντα Χοκς, στους οποίους αγωνίστηκε αρχικά, ενώ στη συνέχεια το NBA περιλάμβανε τους Ντένβερ Νάγκετς.

Ωστόσο, η συνέχεια της καριέρας του Πριστ Λόντερντεϊλ δεν ήταν ανάλογη. Εκτός από το CBA, ο θηριώδης σέντερ περιπλανήθηκε σε Βενεζουέλα, Κύπρο, Σαουδική Αραβία, Ιράν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κίνα και Αγγλία.

Τόνι Κόστνερ: Σπόρτινγκ, ΑΕΚ, Παπάγου

Ο Τόνι Κόστνερ ήταν από τους πιο… αθόρυβους και μαζί από τους πιο πολύτιμους παίκτες των ελληνικών παρκέ. Κάθε φορά που έπιανε στα χέρια του την πορτοκαλί μπάλα αψηφούσε το προσωνύμιο «παππούς». Ήταν ένα μπασκετικό φαινόμενο, το οποίο φάνηκε από τότε που αποφοίτησε από το κολέγιο Σεν Τζόζεφ της Ατλάντα το 1984, όντας ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών για εκείνο με 1.729. Μάλιστα, ήταν υποψήφιος να παίξει και στην ολυμπιακή ομάδα των ΗΠΑ.

Αν και επιλέχθηκε στα drafts από του Ουάσιγκτον Μπούλετς, δεν έπαιξε ποτέ στο ΝΒΑ. Μετά από τα περάσματά του σε Νάπολι, Λας Πάλμας, Ούντινε, Μονπελιέ και Λιμόζ, με κάποιες «στάσεις» στις ΗΠΑ και στο CBA, ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό του Σπόρτινγκ. Παρέα με τον Μίτσελ Ουίγκινς κατάφερε να πανηγυρίσει κάποιες σπουδαίες νίκες, ενώ -ενδιάμεσα- τη σεζόν 1993-94 έπαιξε στην ΑΕΚ. Αφού πέρασε από την Αργεντινή, επέστρεψε στα Πατήσια το 1994, πριν μετακομίσει στου Παπάγου για να κλείσει την καριέρα του. Με 1.626 ριμπάουντ και 193 τάπες συγκαταλέγεται στους καλύτερους όλων των εποχών της Α1 μπάσκετ.

Χένρι Τέρνερ: Πανιώνιος, Μαρούσι

Ένας από τους πιο θεαματικούς παίκτες που πέρασαν από την Ελλάδα, είναι χωρίς αμφιβολία ο Χένρι Τέρνερ. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο Καλιφόρνια Στέιτ και αφού αγωνίστηκε στο BCA, στο NBA με τους Σακραμέντο Κινγκς, στη συνέχεια στην Ιταλία (Ούντινε και Φλωρεντία), το 1993 αποκτήθηκε από τον Πανιώνιο για να πλαισιώσει τους Παναγιώτη Γιαννάκη, Φάνη Χριστοδούλου και Εντ Στόουκς στην… dream team της Πλατείας, που έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κόρατς.

Ο «High Flyer» έμεινε στην ιστορία για την τάπα του στον Νίκο Γκάλη, όπως και οι 30 πόντοι του στο ημίχρονο κόντρα στον ΠΑΟΚ σε ευρωπαϊκό παιχνίδι. Η πολύ καλή χρονιά που είχε στη Νέα Σμύρνη, του έδωσε την ευκαιρία να γίνει ξανά «βασιλιάς» και να επιστρέψει στο NBA (1994-95). Πέρασε ξανά τον Ατλαντικό για λογαριασμό της Φενέρμπαχτσε (1995-98), ενώ μετά από μικρό πέρασμα στη Σιένα ήρθε ξανά στην Ελλάδα, παίζοντας στο Μαρούσι (1999-2000). Όταν αποχώρησε, πήγε πάλι… δίπλα, στην Ιταλία, όπου ολοκλήρωσε την καριέρα του το 2002. Οι φίλαθλοι στη χώρα μας θα τον μνημονεύουν πάντα και για τις δύο νίκες του στον διαγωνισμό καρφωμάτων στο All Star Game.

Μπακ Τζόνσον: Απόλλων Πάτρας, Ηρακλής, Δάφνη, Περιστέρι

Ακόμη ένας παίκτης από την… ελληνική ομάδα των Ρόκετς. Η επαγγελματική του καριέρα ξεκίνησε το 1986, όταν επιλέχθηκε στα drafts του 1986 και την περίοδο 1986-92 αγωνίστηκε στο Χιούστον με καλή παρουσία. Τη σεζόν 1992-93 αγωνίστηκε στην Ουάγιγκτον, για να έρθει το πρώτο υπερατλαντικό ταξίδι στην τουρκική Τόφας (1993-94), ενώ ακολούθησε η Χαποέλ Ιερουσαλήμ (1994-95).

Στη χώρα μας ήρθε πρώτη φορά τη σεζόν 1995-96 για λογαριασμό του Απόλλωνα Πάτρας με προπονητή τον Κώστα Διαμαντόπουλο. Αφού επέστρεψε στο Ισραήλ για τη Μακάμπι, πήγε στην ισπανική Ζιρόνα (1997-98). Αλλά, το κεφάλαιο «Ελλάδα» δεν είχε κλείσει, καθώς το 1998 φόρεσε τα γαλανόλευκα του «γηραιού». Αν και 34 χρονών, έδειχνε… έφηβος. Συνέχισε στα μέρη μας για πέντε σεζόν με τρεις διαφορετικές ομάδες: Ηρακλής 1998-2000, Δάφνη 2000-02, Περιστέρι 2002-03), ενώ η καριέρα του έκλεισε στην Αγγλία.

Λόρενς Φάντερμπερκ: Αμπελόκηποι, ΠΑΟΚ

Μετά τις πανεπιστημιακές ομάδες της Ιντιάνα και του Οχάιο, ο Λόρενς Φάντερμπερκ ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό των Αμπελοκήπων τη σεζόν 1994-95, όντας εξαιρετικός. Την επόμενη περίοδο (1995-96) πήγε στον ΠΑΟΚ των Μπάνε Πρέλεβιτς και Πέτζα Στογιάκοβιτς, αλλά δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής στην Ευρώπη, καθώς είχε δηλωθεί από την Χάποελ Εϊλάτ, χάνοντας και τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων. Στη συνέχεια αγωνίστηκε για ένα χρόνο στην Ορτέζ και στη Euroleague.

Οι εμφανίσεις του στη γηραιά ήπειρο του έδωσαν την ευκαιρία να αγωνιστεί στο NBA και τους Σακραμέντο Κινγκς. Αγωνιζόμενος στους «βασιλιάδες», όπου στη συνέχεια ξαναβρήκε ως συμπαίκτη τον Στογιάκοβιτς, την αγωνιστική χρονιά 2001-02 συμμετείχε στους τελικούς της Δυτικής Περιφέρειας. Μετά από έξι χρόνια εκεί, αγωνίστηκε στους Σικάγο Μπουλς για να κλείσει την καριέρα του.

Αντρές Γκίμπερτ: Σπόρτινγκ, Απόλλων Πάτρας, Νήαρ Ηστ, Ηράκλειο, ΚΑΟ Δράμας

Ο πρώτος παίκτης της λίστας που δεν είναι από τις ΗΠΑ. Ο δυναμικός πάουερ φόργουορντ/σέντερ από την Κούβα ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα από το ΝΒΑ τη σεζόν 1994-95 με τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς. Μετά από Ισπανία και Πουέρτο Ρίκο, που έμελλε να γίνει και ο μόνιμος τόπος κατοικίας του, ο Σπόρτινγκ έκανε ακόμη μια ακόμη κίνηση «ματ» (1996-97). Πήγε ξανά στην Αμερική, γύρισε στην Ευρώπη για τη Σκαβολίνι (1997-98), για να επιστρέψει στην Ελλάδα και τον Απόλλωνα Πάτρας.

Το καλοκαίρι του 1998 ο Παναθηναϊκός κινήθηκε για την απόκτησή του, όμως ο Αντρές Γκίμπερτ δεν κατάφερε να εκδώσει κοινοτικό διαβατήριο, με αποτέλεσμα να πάει στην Αχαΐα (1998-99). Ακολούθησαν η Νήαρ Ηστ (1999-2000), το Ηράκλειο (2001), η Τρεβίζο και ξανά το Πουέρτο Ρίκο, πριν πάει στον ΚΑΟΔ (2001-02), για να συνεχιστούν τα πήγαινε-έλα σε Ευρώπη-Αμερική, μέχρι το 2004, που αποφάσισε να σταματήσει. Αναδείχθηκε δύο φορές πρώτος ριμπάουντερ του ελληνικού πρωταθλήματος: στην ομάδα των Πατησίων με 11,4 μ.ο. και σε αυτήν της Δράμας με 10,1 μ.ο.

Σέιν Χιλ: Νήαρ Ηστ, Μακεδονικός

Ο ξανθός «δολοφόνος» από τη Μελβούρνη έπαιξε αρκετά στην πατρίδα του, μέχρι να αναδείξει την αξία του μέσω του Ολυμπιακού Τουρνουά στην Ατλάντα το 1996 με την εθνική Αυστραλίας. Οι εμφανίσεις του εκεί, του έδωσαν το «εισιτήριο» για το ΝΒΑ με τους Μινεσότα Τίμπεργουλβς (1996-97). Στις ΗΠΑ δεν στέριωσε και επέστρεψε στην Ωκεανία, για να τον… ψήσει η Νήαρ Ηστ να παίξει στην Ελλάδα, σε μια ακόμη μεταγραφή-έκπληξη.

Με τον σύλλογο της Καισαριανής αγωνίστηκε την περίοδο 1998-2000, για να «φορτώσει» τα αντίπαλα καλάθια με τον αγαπημένο του τρόπο, από το τρίποντο. Έκανε κάποια πήγαινε-έλα σε Αυστραλία και Ευρώπη, πριν πάει το 2003 ξανά στο ΝΒΑ για τους Σαν Αντόνιο Σπερς. Η επιστροφή στην Ελλάδα έγινε την περίοδο 2003-04 με τον Μακεδονικό, για να αποχαιρετήσει τη χώρα μας με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα της χώρας του, στο Ολυμπιακό Τουρνουά της Αθήνας (2004). Έκτοτε έπαιξε μόνο στην πατρίδα του, ωστόσο το όνομά του «λερώθηκε» όταν αργότερα έγινε προπονητής, καθώς κατηγορήθηκε πως στοιχημάτιζε εναντίον της ομάδας του.

Μάρκο Γιάριτς, Περιστέρι

Ο Μάρκο Γιάριτς είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παίκτη που δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά ξεκίνησε την καριέρα του από τα παρκέ της χώρας μας, φτάνοντας στο πιο υψηλό επίπεδο. Το πάντα φιλόξενο στα ταλέντα Περιστέρι ήταν αυτό που τον ανέδειξε, με τη φανέλα του οποίου πραγματοποίησε εξαιρετικές εμφανίσεις και άρχισε να δείχνει πόσο αξίζει. Αγωνίστηκε στα δυτικά προάστια της Αθήνας για δύο σεζόν (1996-98), πριν μετακομίσει στην Ιταλία για λογαριασμό των δύο «μεγάλων» της Μπολόνια, Φορτιτούτο (1998-2000) και Βίρτους (2000-02).

Το ΝΒΑ ήταν το επόμενο άλμα στην καριέρα του, όπου αρχικά αγωνίστηκε για τους Λος Άντζελες Κλίπερς (2002-05), Μινεσότα Τίμπεργουλβς (2005-08) και Μέμφις Γκρίζλις (2008-09), πριν επιστρέψει στη Ρεάλ Μαδρίτης (2009-10) και Σιένα (2011), στην οποία έκλεισε την καριέρα του.

agrinio24.gr