Γνώρισε την πρώτη αποτυχία σχεδόν στο ξεκίνημα της καριέρας του. Ήταν η πρώτη και τελευταία ταινία που γύρισε για τη Φίνος Φιλμ το 1961, η οποία, όμως, γνώρισε παταγώδη εισπρακτική αποτυχία, αφού έκοψε μόλις ελάχιστα εισιτήρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Φιλοποίμην Φίνος να του δείξει την πόρτα της εξόδου.

Κι ενώ θα πίστευε κανείς πως αυτό θα ήταν και το «χτύπημα» που θα τον αποθάρρυνε, ο Κώστας Καραγιάννης δεν το έβαλε κάτω. Δεν έχασε στιγμή το θάρρος, μα περισσότερο την πίστη στον εαυτό του ότι μπορεί να τα καταφέρει. Και να πάει παρακάτω.

Και αυτό το παρακάτω, πολύ σύντομα τον έφερε στο δρόμο της επιτυχίας. Και ο σκηνοθέτης που κάποτε είχε κόψει ελάχιστα εισιτήρια σε ταινία, έγινε ένας από τους εμπορικούς του ελληνικού κινηματογράφου και ο μεγάλος ανταγωνιστής του Φίνου. Και είναι εκείνος, που πήρε και τα μεγάλα αστέρια του, όπως το ζεύγος Αλίκη Βουγιουκλάκη-Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Επίσης, ήταν από τους πιο παραγωγικούς σκηνοθέτες με 101 ταινίες στο ενεργητικό του. Αν και για πολλούς υπήρξε μία αμφιλεγόμενη κινηματογραφική προσωπικότητα, αφού αρκετοί ήταν εκείνοι που αμφισβήτησαν την ποιότητα των ταινιών του.

Από υφαντουργός… σκηνοθέτης

Ο Κώστας Καραγιάννης γεννήθηκε το 1932 στην Αθήνα. Το 1951 βρέθηκε στη Λυών της Γαλλίας προκειμένου να σπουδάσει υφαντουργία, ώστε να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εκπλήρωσε τις στρατιωτική του θητεία, ενώ κατόπιν για ένα διάστημα εργάστηκε στην «Πειραϊκή-Πατραϊκή».

Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη μετάφραση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το 1957 επέστρεψε στη Γαλλία, αλλά αυτή τη φορά στο Παρίσι για να σπουδάσει σκηνοθεσία, αφού μέσα του είχε μπει το μικρόβιο του κινηματογράφου, τον οποίο αγαπούσε από παιδί.

Εκεί, στην «πόλη του Φωτός» εργαζόταν ως καλλιτεχνικός ανταποκριτής για την εφημερίδα Αθηναϊκή, ενώ έπιασε δουλειά ως βοηθός γενικών καθηκόντων σε 4 ταινίες του Γάλλου σκηνοθέτη Κλοντ Μπερνάρ Ομπέρ.

Λίγο πριν μπει η δεκαετία του ’60, που χαρακτηρίστηκε ως η «χρυσή δεκαετία» του ελληνικού κινηματογράφου, ο Κώστας Καραγιάννης αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα και με τις γνώσεις και την εμπειρία που είχε αποκομίσει από την παραμονή του στη Γαλλία να μπει στον κινηματογράφο.

Το 1959 αποφάσισε να ξεκινήσει την παραγωγή της πρώτης του ταινίας «Το Νησί Της Αγάπης». Δύο χρόνια αργότερα και η πρώτη του ταινία στη Φίνος Φιλμ ήταν μία σκέτη αποτυχία, με αποτέλεσμα ο σπουδαίος παραγωγός να του δείξει την πόρτα της εξόδου.

Αλλά αυτή η εξέλιξη δεν πτόησε τον Κώστα Καραγγιάννη ο οποίος είχε το πείσμα και τη δίψα να πετύχει στη μεγάλη του αγάπη, τον κινηματογράφο.

Το όνειρο παίρνει σάρκα και οστά

Συνέχισε να εργάζεται ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός μέχρι το 1966. Ήταν η χρονιά που μαζί με τον  οπερατέρ Αντώνη Καρατζόπουλο ίδρυσαν την εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών, «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος», που έγινε η δεύτερη πιο γνωστή μετά τη Finos Films, γυρίζοντας συνολικά 118 ταινίες.

Οι δύο συνεργάτες συναντήθηκαν στο λεγόμενο «Hollywood» της εποχής εκείνης, ένα κτίριο στην οδό Ακαδημίας, στο οποίο στεγάζονταν μεταξύ άλλων και τα γραφεία της Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης.

Ο Κώστας Καραγιάννης είχε νοικιάσει ένα γραφείο στον τρίτο όροφο, έχοντας ιδρύσει τη δική του εταιρεία παραγωγής την «Κίκος film» και ήδη γυρίσει 7 ταινίες.

Μάλιστα, η πρώτη του εμπορική επιτυχία το 1963, ήταν η ταινία «Ο δρόμος με τα κόκκινα φώτα» με πρωταγωνιστές γνωστά ονόματα του κινηματογράφου, αλλά και νέους ηθοποιούς που έγιναν αργότερα γνωστοί. Γκέλυ Μαυροπούλου και Στέφανος Στρατηγός ήταν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ενώ έπαιζαν ακόμη οι: Μαριάννα Κουράκου, Κώστας Κακαβάς, Ανέστης Βλάχος και Χρήστος Τσαγανέας.

Στο «Χόλιγουντ», λοιπόν, της Ακαδημίας είχε τα γραφεία του και ο Αντώνης Καρατζόπουλος. Οι δύο άντρες μόλις συναντήθηκαν θυμήθηκαν ότι είχαν υπηρετήσει μαζί στο στρατό, στον ίδιο λόχο και στον ίδιο θάλαμο. Έχοντας και οι δυο τους σαν μεμονωμένες εταιρείες παραγωγής κάποιες εμπορικές επιτυχίες αποφάσισαν να συνεργαστούν και να μπουν πιο επιθετικά στην αγορά του κινηματογράφου.

Η δεκαετία του ’60 χαρακτηρίστηκε ως «η χρυσή δεκαετία» για τον κινηματογράφο, όμως, ο μόνος που έκανε εμπορικές ταινίες, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία ήταν ο Φίνος. Όσοι παραγωγοί προσπάθησαν μεμονωμένα να κάνουν κάτι δικό τους, σύντομα έκλειναν τις εταιρείες τους καθώς δεν διέθεταν το κατάλληλο οικονομοτεχνικό επιτελείο.

Κώστας Καραγιάννης και Αντώνης Καρατζόπουλος αποφασίζουν να ιδρύσουν το δικό τους κινηματογραφικό οργανισμό ώστε να μπορέσουν να μπουν επιθετικά στην αγορά και να σταθούν απέναντι στην πανίσχυρη Finos Film με τις εμπορικές επιτυχίες και τα δεκάδες αστέρα του μεγάλου πανιού.

Αρχικός στόχος των δύο ανδρών ήταν να βγάζουν στις κινηματογραφικές αίθουσες 10 ταινίες τον χρόνο. Στόχο που κατάφεραν να πετύχουν. Μάλιστα, το αρχικό κεφάλαιο της εταιρείας ήταν μόλις 1.600.000 δραχμές, ενώ χρειάστηκε να πάρουν πολλές προκαταβολές από τους κινηματογράφους και να υπογράψουν εκατομμύρια γραμμάτια, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος τους.

Κι επειδή λένε ότι «Η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται», στην περίπτωση του οργανισμού «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος» φάνηκε από την αρχή ότι αυτό το αυξημένου ρίσκου εγχείρημα είχε έρθει για να μείνει. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο, οι ταινίες έκοψαν πολλά εισιτήρια καλύπτοντας τον προϋπολογισμό.

Τα πιο λαμπρά αστέρια

Οι δύο συνεργάτες γνώριζαν πως για να συνεχιστεί η εμπορική επιτυχία των ταινιών τους, θα έπρεπε να έχουν στο δυναμικό τους μεγάλα ονόματα της εποχής. Και τα περισσότερα βρίσκονταν στη Finos Film, διατηρώντας οι περισσότεροι σχέσεις σχεδόν οικογενειακές με τον «πατριάρχη» της εταιρείας.

Όμως, αυτό δεν τους αποθάρρυνε. Αντίθετα, Καραγιάννης και Καρατζόπουλος κάνουν τη μεγάλη κίνηση και προσφέροντας υψηλότερες αμοιβές, παίρνουν ονόματα από το πάνω ράφι της Finos. Ξεκίνησαν με τη Ρένα Βλαχοπούλου και αμέσως μετά έκαναν τη συνεργασία που προκάλεσε «σεισμό» στον καλλιτεχνικό κόσμο την εποχή εκείνη, παίρνοντας το κινηματογραφικό ζευγάρι Αλίκη Βουγιουκλάκη – Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Για την ακρίβεια, πήραν και την Αλίκη, αφού ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ είχε ήδη γυρίσει ταινίες με τον Καραγιάννη, όπως «Ο Εξυπνάκιας», «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» κ.α. Άλλωστε, εκείνος επηρέασε την Βουγιουκλάκη να δεχτεί να υπογράψει ένα «χρυσό» για τα δεδομένα της εποχής, συμβόλαιο για τρεις ταινίες, «Το πιο Λαμπρό Αστέρι», «Το λορίτσι του λούνα παρκ» και «Η Αγάπη μας». Τρεις ταινίες που έκαναν ρεκόρ εισιτηρίων.

Αλλά τα μεγάλα ονόματα που πέρασαν από τη Finos στην «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος» δε σταμάτησαν εκεί. Λάμπρος Κωνσταντάρας, Μάρω Κοντού,  Δέσποινα Στυλιανοπούλου, ο Κώστας Βουτσάς ήταν κάποια από τα αστέρια που εντάχθηκαν στο δυναμικό. Μάλιστα, ο Κώτσας Βουτσάς έκανε πολλές επιτυχίες με το δίδυμο των παραγωγών ενώ σε συνέντευξή του είχε παραδεχτεί ότι του έδωσαν τα διπλά από τον Φίνο, γι’ αυτό και πήγε μαζί τους.

Την πόρτα της «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος» πέρασε λίγο αργότερα και η άλλη μεγάλη σταρ της Finos, η Τζένη Καρέζη. Η συνεργασία τους ξεκίνησε το 1970 και όσο διήρκησε γύρισαν τις ταινίες: «Μία γυναίκα στην Αντίσταση», «Μαντώ Μαυρογένους», «Ερωτική συμφωνία» και «Λυσιστράτη».

Η ηθοποιός, όμως, που γύρισε τις περισσότερες ταινίες (35 συνολικά) με τον κινηματογραφικό Οργανισμό, ήταν η Μάρω Κοντού. Και οι περισσότερες ήταν με σκηνοθέτη τον Κώστα Καραγιάννη.

Ένας αμφιλεγόμενος παραγωγός και σκηνοθέτης

Η κόντρα του εμπορικού και ποιοτικού κινηματογράφου ήταν έντονη εκείνη την εποχή. Και δεν ήταν λίγοι οι επικριτές του Κώστα Καραγιάννη, τον οποίο κατηγορούσαν ότι έβγαζε σωρηδόν τις ταινίες, από τις οποίες οι περισσότερες χαρακτηρίζονταν ως μέτριες. Ωστόσο, είχε καταφέρει οι περισσότερες να είναι εμπορικές επιτυχίες. Μάλιστα, τη δεκαετία του ’80 προχώρησε στην παραγωγή βιντεοταινιών, με την αμφισβήτηση προς το καλλιτεχνικό του πρόσωπο να μεγαλώνει.

Ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα εργασιομανής και τελειομανής με τη δουλειά του. Εργαζόταν εντατικά και όσοι συνεργάστηκαν μαζί του, τόνιζαν ότι ήταν και ιδιαίτερα απαιτητικός και αυστηρός.

Ήταν, όμως, και πολύ γλυκός με τους συνεργάτες του, όπως έχουν εξομολογηθεί οι ίδιοι. Ο Κώστας Καραγιάννης λάτρευε περισσότερο τις κωμωδίες. Άλλωστε και ο ίδιος είχε πολύ χιούμορ, ήταν αθυρόστομος και πλακατζής. Λέγεται, μάλιστα, ότι στη διάρκεια των γυρισμάτων έλεγε «πικάντικα» ανέκδοτα  με το Λάμπρο Κωνσταντάρα και από τα γέλια, διέκοπταν συνεχώς τις σκηνές.

Ο Κώστας Καραγιάννης έφυγε από τη ζωή στις 17 Φεβρουαρίου του 1993, αφήνοντας πίσω του ένα σημαντικό έργο και προσφορά στον ελληνικό κινηματογράφο. Αλλά και στην τηλεόραση καθώς είχε αναλάβει και την παραγωγή αρκετών σειρών.



Πηγή