Η ανακοίνωση της Αριάνα Γκράντε ότι σκοπεύει να κάνει ένα εκτεταμένο διάλειμμα από τις δημόσιες εμφανίσεις αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η περιοδεία της Eternal Sunshine Tour δεν ήταν μια κίνηση έκπληξης για πολλούς που παρακολουθούν την πορεία της.
Η απόφαση της μοιάζει περισσότερο με μια κίνηση τακτικής γράφει η Λορίν Σκοτ στην ανάλυση της.
Η αποχώρησή της από τη νέα, πολυαναμενόμενη θεατρική παραγωγή του Στίβεν Σόντχαϊμ, Sunday in the Park with George, στο θέατρο Μπάρμπικαν του Λονδίνου —όπου επρόκειτο να πρωταγωνιστήσει δίπλα στον Τζόναθαν Μπέιλι το καλοκαίρι του 2027— επισφραγίζει την πλήρη ρήξη της με τη δημόσια σφαίρα.

Σύμφωνα με την επίσημη δήλωση του εκπροσώπου της στο περιοδικό People, η 33χρονη σταρ επιζητά ένα «άκρως απαραίτητο διάλειμμα» από την έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας, η οποία έχει οδηγήσει σε μια «ατελείωτη, συνεχή εξέταση και κριτική από το κοινό».
Για όσους παρακολουθούν στενά την πορεία της, η εξέλιξη αυτή φαίνεται να αποτελεί το αποκορύφωμα μιας πολυετούς, εξαιρετικά σύνθετης σχέσης με τη δημοσιότητα, σημαδεμένης από ανείπωτες προσωπικές τραγωδίες αλλά και έντονες ηθικές αντιπαραθέσεις.
Συσσωρευμένο τραύμα, το τρυβλίο καλλιέργειας και το σκάνδαλο
Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει το μέγεθος των δοκιμασιών που έχει περάσει η Αριάνα Γκράντε.
Από τη φονική τρομοκρατική επίθεση στη συναυλία της στο Μάντσεστερ το 2017 —που της προκάλεσε σοβαρό μετατραυματικό στρες (PTSD)— μέχρι τον τραγικό χαμό του πρώην συντρόφου της, Μακ Μίλερ, η τραγουδίστρια έχει βιώσει συσσωρευμένο τραύμα που θα λύγιζε τον οποιονδήποτε.
Η 33χρονη σταρ, η οποία ξεκίνησε την καριέρα της σε εφηβική ηλικία μέσα από τη συχνότητα του Nickelodeon (στη σειρά Victorious), είχε ξεσπάσει σε κλάματα σε συνέντευξή της το 2024, όταν ρωτήθηκε για την πίεση του να δείχνει πάντα «τέλεια».
«Είμαι σαν δείγμα σε τρυβλίο καλλιέργειας από τότε που ήμουν 16 ή 17 ετών. Έχω ακούσει τα πάντα. Έχω ακούσει κάθε εκδοχή του τι είναι λάθος πάνω μου. Και μετά το διορθώνεις, και μετά είναι λάθος για άλλους λόγους. Είναι δύσκολο να προστατευτείς από αυτόν τον θόρυβο. Υπάρχει μια άνεση που νιώθει ο κόσμος στο να σχολιάζει τα πάντα —από το τι φοράς, μέχρι το σώμα σου, το πρόσωπό σου, τα πάντα— κι αυτό είναι πραγματικά επικίνδυνο για όλους».


Ωστόσο, η πρόσφατη δημόσια εικόνα της επιβαρύνθηκε δραματικά από τις περιπέτειες της εκτός της μουσικής βιομηχανίας.
Η σχέση της με τον Ίθαν Σλέιτερ, τον συμπεριλαμβανόμενο στο καστ του Wicked ηθοποιό, ξέσπασε εν μέσῳ διαζυγίων και από τις δύο πλευρές, προκαλώντας τριγμούς και επικρίσεις — ειδικά μετά τις δημόσιες αιχμές της πρώην συζύγου του Σλέιτερ, Λίλι Τζέι, η οποία χαρακτήρισε την Γκράντε ως «μη αλληλέγγυα προς τις γυναίκες».
Αντί όμως να διαχειριστεί την κατακραυγή με τη συνήθη τακτική των δημοσίων σχέσεων, η Γκράντε επέλεξε να απαντήσει μέσα από τη μουσική της, «χρησιμοποιώντας σχεδόν καταχρηστικά την ψυχοθεραπευτική ορολογία».
Όπως εύστοχα σημειώνει η Σκοτ σε μια πολυσυζητημένη ανάλυσή της, τίθεται το ερώτημα αν η ψυχοθεραπεία έκανε τέρας την Αριάνα Γκράντε.


Στο single της Yes, And? —αλλά και συνολικότερα στη στιχουργική της προσέγγιση στα τελευταία της άλμπουμ— η Γκράντε καταφεύγει σε μια σειρά από φράσεις που μοιάζουν βγαλμένες αυτούσιες από εγχειρίδιο αυτοβοήθειας ή από σημειώσεις μιας συνεδρίας ψυχοθεραπείας, όπως οι αναφορές στο ότι η «ενέργεια του καθενός ανήκει στον ίδιο», ότι «ζει την πιο αυθεντική εκδοχή της» και ότι «κανείς δεν δικαιούται να κρίνει την ιδιωτική της ζωή».
Εκ πρώτης όψεως, οι στίχοι αυτοί ηχούν ως ένα ενδυναμωτικό μανιφέστο αυτοπροστασίας, οριοθέτησης και διεκδίκησης της προσωπικής αυθεντικότητας απέναντι στους επικριτές της. Αν όμως κοιτάξει κανείς βαθύτερα, αποκαλύπτεται το φαινόμενο του λεγόμενου Τherapy Speak.
Τι είναι το Therapy Speak και πώς μετατράπηκε σε κομψή δικαιολογία;
Ο όρος therapy-speak περιγράφει την τάση να παίρνουμε επιστημονικές λέξεις από το γραφείο του ψυχολόγου —όπως «όρια», «τραύμα», «gaslighting», «τοξικότητα» ή «ναρκισσισμός»— και να τις πετάμε αλόγιστα στην καθημερινή μας κουβέντα, στα social media και στους καβγάδες μας.
Εκ πρώτης όψεως, αυτό ξεκίνησε ως κάτι θετικό. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί της Cleveland Clinic, η διάδοση αυτών των όρων βοήθησε να σπάσει το ταμπού γύρω από την ψυχική υγεία και έδωσε στον κόσμο λέξεις για να εκφράσει αυτό που νιώθει. Όμως, στην πορεία, το πράγμα ξέφυγε.
Η παγίδα είναι στην κατάχρηση. Σήμερα, μια απλή διαφωνία βαφτίζεται αμέσως «gaslighting», ένας πρώην σύντροφος που απλώς φέρθηκε εγωιστικά αναγορεύεται σε «τοξικό ναρκισσιστή» και οτιδήποτε μας στενοχωρεί ή μας χαλάει τη διάθεση βαφτίζεται «ψυχικό τραύμα».
Με αυτόν τον τρόπο, οι λέξεις χάνουν εντελώς το πραγματικό τους βάρος.


Το πιο προκλητικό όμως κομμάτι είναι η εργαλειοποίηση. Το Τherapy Speak κατάφερε να μετατραπεί στο απόλυτο όπλο χειραγώγησης. Άνθρωποι χρησιμοποιούν όρους όπως η «προστασία των ορίων μου» ή η «αυτοφροντίδα» όχι για να θεραπευτούν, αλλά για να φερθούν κυνικά και σκληρά απέναντι σε τρίτους, χωρίς ενοχές.
Γίνεται το τέλειο πρόσχημα για να αποφύγει κανείς τη λογοδοσία, να κουνήσει το δάχτυλο στους άλλους, να κάνει ghosting ή να δικαιολογήσει μια καθαρά ναρκισσιστική συμπεριφορά, φορώντας την μπέρτα της «ψυχολογικής ανωτερότητας».
Το Therapy Speak είναι η ανησυχητική τάση υιοθέτησης της εξειδικευμένης γλώσσας της ψυχολογίας όχι ως εργαλείου για ειλικρινή αυτοκριτική και εσωτερική εξέλιξη, αλλά ως μέσου για την κατασκευή μιας αδιάσταλτης αμυντικής πανοπλίας -και μπορεί να σε κάνει Τέρας.
Όταν ένας παγκόσμιος superstar χρησιμοποιεί την έννοια των προσωπικών ορίων για να αποστομώσει την κριτική του κοινού, συμβαίνει μια παράδοξη μετατόπιση.
Η Γκράντε ζητά να απολαμβάνει τα οφέλη μιας τεράστιας βιομηχανίας που τρέφεται από την προσοχή, την ταύτιση και την οικειότητα του κοινού, αλλά ταυτόχρονα επιστρατεύει θεραπευτικούς όρους για να απαγορεύσει στο ίδιο αυτό κοινό να έχει άποψη για τις πράξεις της.
Η επίκληση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα, όταν συνδυάζεται με επιθετικούς στίχους, λειτουργεί ως μια παθητικο-επιθετική αποποίηση ευθυνών υποστηρίζει η Σκοτ.
Η γλώσσα της θεραπείας μετατρέπεται σε ένα κομψό, ψηφιακό «μεσαίο δάχτυλο» ντυμένο με πέπλο πνευματικής ανωτερότητας.
Η Γκράντε στον αντίποδα της Σελένα Γκόμεζ
Για να γίνει σαφής η διαφορά ανάμεσα στην ουσιαστική θεραπευτική επούλωση και την αμυντική οχύρωση, αρκεί να αντιπαραβάλει κανείς την Γκράντε με μια άλλη συνομήλικη ποπ σταρ που βίωσε εξίσου δημόσια τραύματα και ψυχικές δοκιμασίες, τη Σελένα Γκόμεζ.
Η Γκόμεζ, η οποία έχει μιλήσει ανοιχτά για τις πολυετείς θεραπείες της, επέλεξε έναν τελείως διαφορετικό δρόμο μέσα από τη μουσική της, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το τραγούδι Lose You To Love Me. Αντί να επιτεθεί στο κοινό ή να οχυρωθεί πίσω από αδιάσειστους ψυχολογικούς όρους, η Γκόμεζ επέδειξε πραγματική ευαλωτότητα και αυτογνωσία.


Παραδέχτηκε την προσκόλλησή της σε τοξικές καταστάσεις, αναγνώρισε τα δικά της λάθη και εξέφρασε τον πόνο της χωρίς να προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι «ανέγγιχτη» ή αλάνθαστη.
Στον αντίποδα, η Γκράντε επιλέγει να οχυρώνεται, να αποχωρεί και να αμύνεται. Όπως διδάσκει η ίδια η επιστήμη της ψυχολογίας, η έντονη αμυντικότητα δεν είναι δείγμα ωριμότητας ή επούλωσης, αλλά ένδειξη άρνησης.
Η Γκράντε χρησιμοποιεί τη γλώσσα της θεραπείας για να φαίνεται απρόσβλητη: εφόσον θεωρεί ότι απλώς προστατεύει την ενέργειά της και ζει την αυθεντική της ζωή, οποιοσδήποτε της ασκεί κριτική μετατρέπεται αυτομάτως στο μυαλό της σε εισβολέα ή τοξικό παράγοντα, ακυρώνοντας κάθε δυνατότητα αυτοκριτικής.
Το τίμημα
Η τελική απόφαση της Αριάνα Γκράντε να αποσυρθεί πλήρως από τα φώτα της δημοσιότητας μετά το τέλος της περιοδείας της αποτελεί τη φυσική και αναπόδραστη εξέλιξη αυτής της τακτικής.
Όταν ένας καλλιτέχνης αντιλαμβάνεται τη δημόσια σφαίρα αποκλειστικά ως ένα εχθρικό πεδίο και απαντά στην όποια κριτική με ορολογία ψυχοθεραπευτικών session, η ουσιαστική επικοινωνία με τον κόσμο διακόπτεται. Ο μόνος δρόμος που απομένει είναι η πλήρης απομόνωση πίσω από τα τείχη που ο ίδιος έχτισε.
Το φαινόμενο αυτό ξεπερνά τα όρια της Γκράντε και αφορά συνολικά τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα. Η υπερβολική χρήση του Τherapy Speak από δημόσια πρόσωπα και celebrities ελλοχεύει τον κίνδυνο να διαβρώσει την έννοια της ίδιας της θεραπείας.


Όταν οι έννοιες του τραύματος, των ορίων και της αυτοφροντίδας επιστρατεύονται για να δικαιολογούνται ναρκισσιστικές συμπεριφορές ή να αποφεύγεται η λογοδοσία, τότε η ψυχοθεραπεία παύει να είναι θεραπευτικό εργαλείο και μετατρέπεται σε μηχανισμό χειραγώγησης γράφει η Σκοτ.
Η Αριάνα Γκράντε αποχωρεί από τη σκηνή του Μπάρμπικαν και τις αρένες του κόσμου για να βρει, όπως δηλώνει, την υγεία και την ευτυχία της.
Το ερώτημα όμως παραμένει ανοιχτό για το κοινό και τη βιομηχανία: Μήπως ο τοίχος που έχτισε γύρω της με υλικά από τη γλώσσα της ψυχοθεραπείας, αντί να την προστατεύσει από τον εξωτερικό θόρυβο, κατέληξε να τη μετατρέψει σε ένα απρόσιτο «Tέρας» που αδυνατεί πλέον να συνδεθεί με την πραγματικότητα;
*Από τον Λουκά Καρνή






