Η φυματίωση οφείλεται στον οξεάντοχο βάκιλλο του Koch (ή μυκοβακτηρίδιο φυματίωσης- M. tuberculosis). Μεταδίδεται με την εισπνοή σταγονιδίων από το βήχα ή φτέρνισμα πασχόντων από φυματίωση, συνήθως. Η εξέλιξη της λοίμωξης ευνοείται από τον υποσιτισμό, τον Σακχαρώδη Διαβήτη, τη χρόνια λήψη κορτικοστεροειδών, καθώς και τη γενική καχεξία.

H φυματίωση είναι διαδεδομένη σε πληθυσμούς όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα και η αξιοπρέπεια είναι περιορισμένα. Αν και οποιοσδήποτε μπορεί να κολλήσει φυματίωση, η ασθένεια ευδοκιμεί ανάμεσα σε ανθρώπους που ζουν στην φτώχεια, σε ομάδες ατόμων που περιθωριοποιούνται και σε άλλους ευάλωτους πληθυσμούς.

Σε αυτές περιλαμβάνονται: οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι εθνικές μειονότητες, οι ανθρακωρύχοι και άλλοι που εργάζονται και ζουν σε περιοχές με υψηλό κίνδυνο, οι ηλικιωμένοι, οι περιθωριοποιημένες γυναίκες και τα παιδιά σε επικίνδυνα περιβάλλοντα κλπ. Παράγοντες όπως ο υποσιτισμός, η κακή στέγαση και η ελλιπής αποχέτευση, καθώς και το κάπνισμα, το αλκοόλ και ο διαβήτης, επηρεάζουν την ευπάθεια στην φυματίωση και την πρόσβαση στην περίθαλψη.

Τι είναι και πώς εκδηλώνεται η φυματίωση

Τα βακτήρια που προκαλούν τη φυματίωση μεταδίδονται μέσω του αέρα από άτομο σε άτομο, όταν ο ασθενής βήχει, φτερνίζεται, μιλά και τραγουδά. Υπάρχουν δύο τύποι φυματίωσης: Η λανθάνουσα λοίμωξη φυματίωσης και η ασθένεια της φυματίωσης.

Τα βακτήρια της φυματίωσης μπορούν να ζήσουν στο σώμα χωρίς ενεργοποιήσουν την ασθένεια στο άτομο. Αυτό ονομάζεται λανθάνουσα φυματίωση. Στους περισσότερους ανθρώπους, οι οποίοι εισπνέουν βακτήρια φυματίωσης και μολύνονται, το σώμα τους είναι σε θέση να καταπολεμήσει τα βακτήρια και να προλάβει την ανάπτυξη της ασθένειας. Τα άτομα με λανθάνουσα φυματίωση δεν αισθάνονται άρρωστα, δεν έχουν κανένα σύμπτωμα και δεν μπορούν να μεταδώσουν βακτήρια της φυματίωσης σε άλλους.

Αν τα βακτήρια της φυματίωσης ενεργοποιηθούν στο σώμα και αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται, το άτομο θα πάει από την κατάσταση λανθάνουσας φυματίωσης στην κατάσταση πλήρους ασθένειας από τη νόσο της φυματίωσης.

Οι άνθρωποι με φυματίωση έχουν διακριτά συμπτώματα και μπορούν να μεταδώσουν τα βακτήρια της φυματίωσης σε άλλους.

Τα βακτήρια της φυματίωσης συνηθέστερα αναπτύσσονται στους πνεύμονες και μπορεί να προκαλέσουν συμπτώματα όπως:

  • Άσχημος βήχας που διαρκεί τρεις εβδομάδες ή περισσότερο
  • Πόνος στο στήθος
  • Βήχας με αίμα ή πτύελα (βλέννα από βαθιά μέσα στους πνεύμονες)

Άλλα συμπτώματα της νόσου της φυματίωσης μπορεί να περιλαμβάνουν:

  • Αδυναμία ή κόπωση
  • Απώλεια βάρους
  • Απώλεια της όρεξης
  • Κρυάδες
  • Πυρετός
  • Εφίδρωση τη νύχτα

Φυματίωση: Πώς γίνεται η διάγνωση

Η διάγνωση της νόσου γίνεται με βάση την κλινική εικόνα του ασθενή, την κλινική εξέταση του ιατρού και σε συνδυασμό με τις παρακάτω εξετάσεις:

  • Ακτινογραφία θώρακος (συχνά έχει πολλές αλλοιώσεις)
  • Αξονική τομογραφία θώρακος (κάποιες φορές, ανάλογα με την κρίση του ιατρού)
  • Θετική δερμοαντίδραση Mantoux ( αποτελεί όψιμη υπερευαισθησία δέρματος σε ειδικό βακτηριδιακό πρωτεϊνικό αντιγόνο).
  •  Η εξέταση αυτή γίνεται με ενδοδερμική χορήγηση φυματίνης, μαρκάρισμα της περιοχής και ανάγνωση του αποτελέσματος μερικές μέρες μετά. Η αντίδραση θεωρείται θετική αν η σκλήρυνση έχει διάμετρο >15 mm (σε φυσιολογικά άτομα), >10 mm (σε άτομα με συνοδά νοσήματα) και  >5 mm (σε φορείς του AIDS)

Επιπλέον εξετάσεις:

  • Εξέταση πτυέλων (εκκρίσεων / πλευριτικού υγρού)
  • κ/ες πτυέλων / εκκρίσεων / ιστού / υγρού
  • PCR

Φυματίωση: Πρόληψη – Προφύλαξη μετάδοσης της νόσου

  • Μέτρα απομόνωσης (μάσκες, χαρτομάντιλα για κάλυψη του βήχα των πασχόντων): Ένας ασθενής υπό θεραπεία σταματάει να μεταδίδει 15-20 μέρες μετά την έναρξη των φαρμάκων (και εφόσον το βακτήριο που φέρει είναι ευαίσθητο σε αυτά)
  • Έλεγχος των ατόμων που έρχονται σε επαφή με ασθενείς (mantoux: αν (+) γίνεται ακτινογραφία θώρακος και χορηγείται ισονιαζίδη προφυλακτικά, αν (-) γίνεται επανέλεγχος σε 2 μήνες)
  • Εμβολιασμός με το εμβόλιο κατά της φυματίωσης (BCG)

Φυματίωση: Θεραπεία – Πρόγνωση

Για την αντιμετώπιση της φυματίωσης χορηγούνται συνδυασμοί αντιφυματικών φαρμάκων 1ης (ισονιαζίδη, ριφαμπικινη, κλπ) και 2ης γραμμής (αμικασίνη, θειοναμίδη, κλπ) σε φαρμακευτικά σχήματα των 6 ή 9 μηνών.

Άλλα φάρμακα και μέτρα αντιμετώπισης:

  • Κορτικοστεροειδή σε ειδικές περιπτώσεις και πάντα υπό αντιφυματική αγωγή
  • Χειρουργική θεραπεία (δεν χρησιμοποιείται πλέον)
  • Συμπτωματική ανακούφιση του βήχα (ενθαρρύνεται ο παραγωγικός βήχας, όμως σε έντονο εξαντλητικό βήχα ενδείκνυται η καταστολή του με κωδεΐνη)
  • Σε περίπτωση αιμορραγίας είναι απαραίτητα η κατάκλιση για αποφυγή εισρόφησης μολυσμένου αίματος.

Η πρόγνωση της φυματίωσης είναι καλή, εφόσον αντιμετωπιστεί έγκαιρα και με την κατάλληλη αγωγή.  Σε περίπτωση διακοπής της φαρμακευτικής αγωγής ή/και υποτροπής της νόσου ο ασθενής πρέπει να επισκεφθεί ειδικό φυματιολογικό κέντρο.

Πηγές: http://www.who.int και https://www.medicalnewstoday.com καθώς και με στοιχεία από την μοναδική εγκυκλοπαίδεια υγείας του Iatropedia.gr για την ΦΥΜΑΤΙΩΣΗ

agrinio24.gr